όλη η ζωή μικροί ταξιδεμοί
κάθε βήμα.. κάθε βλέμμα
το βιβλίο που θα διαβάσεις
η μουσική που θα ακούσεις·

και η μνήμη
μνήμη μου.. ο μεγαλύτερος..
Ιω

"Και πώς ξέρετε αν, καθώς ταξιδεύω έτσι, δεν έχω πάρει από πίσω, στα σκοτεινά, τον ίδιο μου τον εαυτό;"
(Φερνάντο Πεσσόα -
« Το Βιβλίο της Ανησυχίας»)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ψυχή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ψυχή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 28 Σεπτεμβρίου 2017

Ρομαντικός επίλογος - Νίκος Καρούζος



Ρομαντικός επίλογος

Μη με διαβάζετε όταν δεν έχετε
παρακολουθήσει κηδείες αγνώστων
ή έστω μνημόσυνα.
Όταν δεν έχετε
μαντέψει τη δύναμη
που κάνει την αγάπη
εφάμιλλη του θανάτου.
Όταν δεν αμολήσατε αϊτό την Καθαρή Δευτέρα
χωρίς να τον βασανίζετε
τραβώντας ολοένα το σπάγκο.
Όταν δεν ξέρετε πότε μύριζε τα λουλούδια
ο Νοστράδαμος.
Όταν δεν πήγατε τουλάχιστο μια φορά
στην Αποκαθήλωση.
Όταν δεν ξέρετε κανέναν υπερσυντέλικο.
Αν δεν αγαπάτε τα ζώα
και μάλιστα τις νυφίτσες.
Αν δεν ακούτε τους κεραυνούς ευχάριστα
οπουδήποτε.
Όταν δεν ξέρετε πως ο ωραίος Modigliani
τρεις η ώρα τη νύχτα μεθυσμένος
χτυπούσε βίαια την πόρτα ενός φίλου του
γυρεύοντας τα ποιήματα του Βιγιόν
κι άρχισε να διαβάζει ώρες δυνατά
ενοχλώντας το σύμπαν.
Όταν λέτε τη φύση μητέρα μας και όχι θεία μας.
Όταν δεν πίνετε χαρούμενα το αθώο νεράκι.
Αν δεν καταλάβατε πως η Ανθούσα
είναι μάλλον η εποχή μας.
ΠΡΟΣΟΧΗ
ΧΡΩΜΑΤΑ
Μη με διαβάζετε
όταν
έχετε
δίκιο.
Μη με διαβάζετε όταν
δεν ήρθατε σε ρήξη με το σώμα
Ώρα να πηγαίνω
δεν έχω άλλο στήθος.



Νίκος Καρούζος - συλλογή Πενθήματα, 1969
 περιλαμβάνεται στην συγκεντρωτική έκδοση «Νίκος Καρούζος - Τα ποιήματα Α΄ (1961-1978)», 
εκδ. Ίκαρος (ε΄ έκδοση 2013)





σαν σήμερα "απέδρασε"..
όπως αυτοί οι ποιητές που "ξέρουν..και συμφώνησαν  να  φύγουν..
"ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι"..

τα σέβη μου
Ιω

Κυριακή 9 Ιουλίου 2017

ακούς..;




ακούς..;

"Παντού το εφήμερο γκρεμίζεται σ’ ένα βαθύ Είναι. 

Διότι δικό μας καθήκον είναι να εγχαράξουμε την προσωρινή, 
την εύθραυστη τούτη γη τόσο βαθιά, 
με τόσο πόνο και τόσο πάθος μέσα μας, 
ώστε η ουσία της να αναστηθεί και πάλι μέσα μας «αόρατη». 

Είμαστε οι μέλισσες του αόρατου. 
Αέναα συλλέγουμε το μέλι του ορατού, 
για να το συσσωρεύσουμε στη μεγάλη χρυσή κυψέλη του αόρατου."

Ρ.Μ.Ρίλκε

.....
απολαμβάνοντας τη γύμνια της ψυχής της..
ντυμένη κατάσαρκα όλα τα χρώματα του δειλινού τούτου..
ύψωσε χέρια και βλέμμα στον Ουρανό..

"στέκομαι.. εδώ εμπρός σου..
μέχρι σήμερα πάλευα να έχω τον έλεγχο των πάντων..
σήμερα κατανόησα ..
κοινώνησα την ουσία..
τίποτε δεν κατέχω..
ό,τι με αγάπη ..κόπο.. και σεβασμό συλλέγω..
 το συσσωρεύω σε σένα..
στο αόρατο..
και μέσα από σένα ξαναζώ..
αέναα..
ακούς..;

"Είμαστε οι μέλισσες του αόρατου"

σ'ευχαριστώ για την Εντέλεια & το Φως.."

είπε..
και μέσα της..
ο κάθε Ιούλης που έζησε..
χαμογέλασε κι έστησε έναν μικρό νικητήριο χορό..

καλό καλοκαίρι!
να γελάς στο αόρατο..!

Ιω


Madrugada - Honey Bee



σημ1.: φωτογραφία από το διαδίκτυο.
σημ.2: απόσπασμα από το βιβλίο "Η σοφία του Ρίλκε" - Baer, U. - Εκδ. Πατάκης 


Πέμπτη 31 Μαρτίου 2016

Δοκίμιο: «Η γραφή ως (αυτό)ίαση»


Δοκίμιο: «Η γραφή ως (αυτό)ίαση»

Γράφει η Όλγα Ντέλλα // *

Η γραφή
«Η ποίηση» γράφει ο ποιητής Αργύρης Χιόνης, «είναι ένα ποτήρι αδειανό /που το γεμίζουμε με το αίμα μας. /Ύστερα το προσφέρουμε στους άλλους /ή δεν το προσφέρουμε αλλά μας το παίρνουν […]». Κατά τη διάρκεια, πριν και μετά, «η αιμορραγία συντελείται». Με αυτή την αιμορραγία σταματά η ίδια η αιμορραγία. «Μες στην δοκιμασίαν, […] /το έργον σου θυμήσου», λέει ο Καβάφης, αυτή την παραμυθία, την αδιαπραγμάτευτη, που σου δωρίζει η γραφή ενώπιον της αγωνίας και του μαρτυρίου. Το καβαφικό αντίδοτο στην ίδια την πανδαμάτορα ζωή, «οι νάρκης του άλγους δοκιμές», «εν Φαντασία και Λόγω», η ικεσία στην «Τέχνη της Ποιήσεως, που κάπως ξέρει από φάρμακα». Ό,τι δεν μπόρεσε κανείς να ζήσει, ό,τι έζησε και άφησε σημάδι, ό,τι στοιχειώνει την πραγματική ζωή, το απελευθερώνει, το σαρκώνει στη γραφή μέσα, το θεραπεύει. Βυθίζεται στη γραφή προκειμένου να σωθεί. Μέσα από το φαρμάκι της κυοφορίας οδηγείται στη φαρμακεία της γέννησης. Σε κείνο «το τέλος που είναι και αρχή»,[1] όπως το έγραφε ο Eliot.

Ο άνθρωπος της γραφής
Ο άνθρωπος της γραφής δεν είναι ένα εξωπραγματικό, εσωστρεφές, ανένταχτο ον. Είναι ένας καθημερινός άνθρωπος με μια δεδομένη από τα γεννοφάσκια του ιδιότητα, σχεδόν προορισμένος να ακούει περισσότερο, να βλέπει εις βάθος, να οσφραίνεται τον έξω κόσμο με τις δυνάμεις του εντός. Όπως ακριβώς ο Κορυφαίος της αρχαίας τραγωδίας ή ο Βλέπων της Παλαιάς Διαθήκης. Όλα να τα φιλτράρει μέσα από αυτό το αγωνιώδες πνεύμα και την ασύχαστη ψυχή του. Έπειτα καταγράφει με ό,τι βρει και πάνω σε ό,τι βρει ό,τι είδε, άκουσε, οσφράνθηκε, όσα υπάρχουν και όσα δεν υπάρχουν, ακόμα και εκείνα που οραματίστηκε. Μετεωρίζεται μέσα στον κόσμο που υπάρχει και σε εκείνον τον μυστικό της ψυχής. Φέρνει στην επιφάνεια την αφάνεια του μέσα άλγους που προηγήθηκε, τον μοιράζεται με έναν ιδανικό ακροατή, έχει τη βεβαιότητα ότι κάποιος τον ακούει, τον συντρέχει, τον συμπονά, τον ευσπλαχνίζεται. «Ο άνθρωπος» γράφει η ποιήτρια Όλγα Βότση «ζητάει τον άνθρωπο σα λύκος. Εναγώνια, σπαραχτικά. […] να σταθεί για λίγο στον κύκλο της ζεστασιάς του».[2] Γράφει επομένως υπάρχοντας μες στην παραμυθία της κοινωνίας του πόνου.
Ο άνθρωπος της γραφής θεραπεύεται από τα σκοτάδια του μέσα από τα ίδια τα σκοτάδια, βγαίνει στο φως μέσα από τη σπείρα του σκότους, ξορκίζει το κακό, σβήνει την οδό του πόνου διασχίζοντας την ίδια την οδό που γίνεται γραφή, αναπαριστά το ένδον βίωμα και το καταθέτει. Γράφει, γιατί κάποτε η γραφή γίνεται «το πρόσχημα του βίου μας», γιατί, όπως έλεγε ο ποιητής Ματθαίος Μουντές, «γράφω /για να κρατιέμαι στη ζωή /για τον αναπόδραστον αγώνα /να μην τρελαθώ».[3] Γράφει, γιατί κατά την Λίλη Ζωγράφου, «η καλλιτεχνική δημιουργία, όπως και η τρέλα -ναι, η παραφροσύνη- είναι η διέξοδος από την εσωτερική σύγκρουση του ατόμου με τον κόσμο ή το άμεσο περιβάλλον του. Η Δημιουργία είναι η πρόσκαιρη κατάργηση ενός κλίματος και η μετάβαση σ’ ένα άλλο, που κατασκευάζει ο Δημιουργός, όπου και καταφεύγει για να ανασαίνει άνετα μέσα του».[4] Γράφει λοιπόν για να ανασάνει, για να υπάρξει άνετα τουλάχιστον μέσα. Γράφει και κάποτε σώζεται, έστω και προσώρας, για μερικά χρόνια έστω, όπως η Ann Sexton ή η Πηνελόπη Δέλτα και άπειροι άλλοι, κάνοντας την επιβίωσή τους με τρόπο συγκλονιστικό γραφή, ή και ζωγραφική όπως ο Van Gogh, γλυπτική όπως ο Χαλεπάς, καθυστερώντας πάραυτα τη φυγή τους από αυτό τον κόσμο, δίνοντας στον εαυτό τους bonus ζωής. «Το ποιητικό έργο», γράφει ο ποιητής Γιώργος Γεωργούσης, «δεν μπορεί να ξεφύγει εντελώς από την μοίρα τού να είναι, εκτός από τα άλλα, και μια, με τον τρόπο της, κρυψιγενής αυτοβιογραφίαΔεν υπάρχει μεγάλος δημιουργός χωρίς συνείδηση του εαυτού του, αφού και ο εαυτός του είναι κι αυτός αντικείμενο της μελέτης του. […] Ο Δάντης […] και ο Θερβάντες […] είναι τυπικά παραδείγματα άκρως προσωπικού έργου μεγάλης αντικειμενικότητας –η αυτοβιογραφία που γίνεται κοσμογραφία και ψυχογραφία».[5] Και πάραυτα αναλγησία ή στην καλύτερη περίπτωση ίαση.
Η ποίηση υπήρχε πάντα με τρόπο ostinato e angoscioso,[6] επίμονα και εναγώνια, σχεδόν παραπληγικά, με την ασφυξία του ύστατου λόγου άρθρωσης, με τον ακρωτηριασμό του μοναδικού σου χεριού, σα να’ σαι πουλί που πιάστηκε μες σε παγίδα επιούσια και μες στην υστερία της τελεσίγραφης αιχμαλωσίας γράφεις, κάνοντας φτερά τις ίδιες τις λέξεις ή απλώς γάζες επούλωσης ενός πόνου χοϊκού. Η ποίηση βγαίνει «μ” έναν βαθύ βρυχηθμό, [...] πετάγεται απ” την ψυχή σου /σαν πύραυλος«, συμβαίνει «μονάχα όταν νιώσεις /πως αν δεν το κάνεις /θα τρελαθείς, /θ” αυτοκτονήσεις ή θα σκοτώσεις«. Συμβαίνει μονάχα όταν «νιώσεις πως ο ήλιος /σου καίει μέσα σου /τα σπλάχνα«, γράφει ο Bukowski.[7] Αν δε συμβεί έτσι, με τρόπο καθημαγμένο, ό,τι προκύψει ποίηση δεν είναι, παρά τέχνη κατ” επίφασιν, τέχνη «για το γούστο«, όπως έλεγε ο Ντοστογιέφσκη.[8]
Συχνότατα θεωρήθηκαν οι άνθρωποι της γραφής αλαφροΐσκιωτοι που αδυνατούν να εκφύγουν από τον πόνο, που κουράζουν με την αγεφύρωτη οδύνη τους -ένας σπαραγμός να τους χωρίζει από το σώμα των υπολοίπων, που δυσκολεύουν με την έντασή της και προκαλούν αποστροφή μες στην εφήμερη ευημερία του σήμερα, την επικράτηση της χαλάρωσης, του εφησυχασμού, της αδιαφορίας. Ο άνθρωπος της γραφής αδυνατεί να χαλαρώσει, να ευημερήσει αβασάνιστα, να εφησυχάσει, να αδιαφορήσει. Υιοθετεί τον πόνο των άλλων μέσα στον δικό του πόνο, πονά και για κείνους ή κάνει το δικό του πόνο σκευή, ώστε και για τους άλλους να μιλήσει. «Εάν η γλώσσα είναι το πιο ατίθασο δημιούργημα του ανθρώπου, η ποιητική γλώσσα είναι η πιο ανθρώπινη εκδοχή αυτού του δημιουργήματος»,[9] γράφει ο Γεωργούσης. Και ο άνθρωπος της γραφής είναι κάποτε ο πιο γονυκλινής μες στους ανθρώπους. Μπορεί τίποτα το πρωτότυπο να μη λέει, να περιδινείται γύρω από τα ίδια ορόσημα, την ύπαρξη, το θάνατο, τον έρωτα, εντούτοις καταθέτει τη δική του αλήθεια και όσο πιο εκσκαπτικά το κάνει, τόσο πιο αυθεντική είναι η φωνή που μιλά, γιατί «το σημαντικότερο», κατά την Μαρίνα Τσβετάγιεβα, «δεν είναι να πεις κάτι καινούργιο, είναι να έχεις μόνος σου αναζητήσει και βρει αυτό που λες, και να είναι αληθινό».[10]
Οι γραφείς τούτοι πεθαίνουν για την αλήθεια των πραγμάτων και για τούτο δεν βολεύουν τον εαυτό τους πάνω σε μια φλοιώδη πραγματικότητα. Ανάγκη τους ήταν πάντα να διαρρήξουν τον μανδύα, για ν’ αντικρύσουν τον πυρήνα, της ψυχής τους, της ψυχής του κόσμου. Μέσα από την ψυχή τους οδεύουν με τρόπο αλάνθαστο στην ψυχή του κόσμου. Όσο πιο βαθιά εισχωρούν στη δική τους, όσο βαθύτερα σκάψουν, τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες να ανταμώσουν με «το αρχικό Ψ της Ψυχής του κόσμου«,[11] όπως το έλεγε ο Πεντζίκης, από τούτο το αλωνάκι να αγγίξουν τις Μεγάλες Ουσίες,[12] όπως το έγραφε ο Σολωμός. Τούτο της ψυχής το όργωμα είναι πάντα επώδυνο, προτού βλαστήσει ό,τι βλαστήσει, η οδύνη είναι αυτή που κυριαρχεί. Οι άνθρωποι της γραφής δεν περιπατούν, δεν περιηγούνται, ποτέ δεν έκαναν στα λόγια περίπατο, φορούν το λόγο κατάσαρκα και τον ζούνε στην κόψη του ξυραφιού.
Για τούτο και αυτοκτονούν την κάθε μέρα εξαιτίας μιας ευαισθησίας, που στην αφαίμαξή της έχουν προ πολλού υποκύψει και τούτο έχει γίνει η επίγεια κόλασή τους. «Τα σώματα των ποιητών είναι διάτρητα από την ευαισθησία τους κι από τον πόνο των ανθρώπων και των πραγμάτων. Τα σώματα των ποιητών είναι σημαίες ήττας. Όμως δεν υπάρχουν ποιητές νικημένοι, όπως δεν υπάρχουν ποιητές νικητές. Υπάρχουν ποιητές»,[13] γράφει η Λίλη Ζωγράφου. Άνθρωποι που γράφουν και για όσους δεν μπορούν. Άνθρωποι που πονούν για όλους μας.

Ο καιρός του σταυρού
Προτού τους αγγίξει το όποιο φως, όταν στο σκοτάδι είναι, όταν στον καιρό του σταυρού, φόβος τους σκορπίζει, η ίδια η αμφισβήτηση, η αθυμία που φέρνει το βύθος της αγωνίας, ο καιρός του σταυρού που σε κάνει σχοινοβάτη ή τυφλοπόντικα. Οι πληγές κακοφορμίζουν, επιστρέφουν, υπάρχουν. Ο πόνος θριαμβεύει κεκλεισμένων των θυρών, ένας πόνος μασίφ, που προκαλεί τεμαχισμό σε αυτό το παλίμψηστο που καλείται ψυχή. Εξέρχονται δια της γραφής, κάποτε βουλιάζουν μέσα της, όπως θα βούλιαζαν και μέσα στην πραγματικότητα της ζωής, κάποτε ποτέ δεν εξέρχονται από το λαβύρινθό τους, χτυπιούνται πάνω στα τοιχώματά του, αδυνατούν να εντοπίσουν την όποια έξοδο. Είναι η στιγμή που τίποτα δε βοηθά, ούτε καν η γραφή. Παράδειγμα κραυγαλέο ο Καρυωτάκης. Παράδειγμα στωικής αναχώρησης η Πολυδούρη. Κοντά τους ο Βιζυηνός, ο Μαγιακόφσκυ, η Τσβετάγιεβα, ο Τσέλαν. Η Πλαθ, ο Λαπαθιώτης, ο Γιαννόπουλος, ο Παβέζε.
Οι άνθρωποι της γραφής ακολουθούν αναπότρεπτα την οδό του μαρτυρίου τους. Δεν υπεκφεύγουν, δεν ωραιοποιούν, δε θάβουν τον πόνο, στέκονται έναντί του και τον γεύονται ολάκερο. Υποβαστάζουν μια ασφυξία που εντός της καλούνται να επιβιώσουν. Γιατί κάποτε ζουν μόνο στο σώμα των γραπτών τους. Και έτσι το πένθος της ζωής με τη γραφή ξορκίζουν, παρ’ όλο που δεν το αποβάλλουν, παρά μόνο κύκλους επάλληλους κάνει και κείνοι συνεχίζουν με την ίδια ένταση τον πόνο να βιώνουν και την αποτύπωσή του. Την αλυπία δηλαδή να αναζητούν με μανία. Με χρονολογία 6 Οκτωβρίου 1802 υπάρχει ένα σημείωμα του Μπετόβεν, κάτι σαν πρωθύστερη αποκωδικοποίηση του παρόντος αλλά και του μέλλοντός του: «Ω, εσείς άνθρωποι που πιστεύετε ή λέτε ότι είμαι κακόβουλος, πεισματάρης ή μισάνθρωπος, πόσο πολύ με αδικείτε. Δεν ξέρετε τον κρυφό λόγο που με κάνει να φαίνομαι έτσι στα μάτια σας, και θα έδινα τέλος στη ζωή μου – ήταν μόνο η τέχνη μου που με κράτησε πίσω. Φάνταζε αδύνατο να εγκαταλείψω τα εγκόσμια μέχρι να βγάλω έξω όσα ένιωθα ότι υπήρχαν μέσα μου».
Επομένως υπάρχει η γραφή. υπάρχει κάποτε ως η μόνη παραμυθία, ως δέντρο μοναδικό, ως βροχή μες σε μακρόβια ανομβρία, ως το ελάχιστο νερό μέσα σε στέρνα.  Υπάρχει ως μια στάλα ζωής μετά τον καιρό του σταυρού. Είναι ο καθρέφτης της, όλα τα φανερώνει. Όπως είναι, αλλά και όπως θα ήθελες να είναι. Αυτό που συνέβη αλλά και ό,τι δεν συνέβη, αλλά θα ήθελες να συμβεί. Τα αρνητικά πρόσημα της ζωής και προπάντων τα ευκταία. Η γραφή στην καλύτερη της στιγμή γίνεται παραμύθι. Το παραμύθι μέσα στην πραγματικότητα. Και επομένως, η μοναδική της παραμυθία.

Έξοδος
Η ψυχή είναι ένα πηγάδι. Μέσω της γραφής ανασύρεις το σκοτάδι της, το ανεβάζεις στο φως. Το σκοτάδι τούτο φιλτράρεται πλέον μέσα από αυτό το φως και γίνεται το ίδιο φως, αυτό το αγγελικό και μαύρο σολωμικό φως. Ανεμίζεις ένα ποίημα στον ουρανό, ανεμίζεις μια κραυγή στον ουρανό, να ανασάνεις.
Ιάται επομένως μονάχα αυτός που μετέχει άμεσα, ο καθημαγμένος, ο αιμορραγών; Όχι, βέβαια. Ισχύει το αλωνάκι του Σολωμού. Από αυτό το αλωνάκι στον κόσμο όλο. Από τη μια ψυχή, στην κοινωνία των ψυχών. Από ένα στίχο σώζεσαι -ενδέχεται- όταν τον γράψεις, τον εκτοξεύσεις, τον δεις απάνω στο χαρτί, στην πέτρα, στο φύλλο, στον κορμό, στο χιόνι ή στην άμμο, αλλά και από ένα στίχο σώζεσαι -μπορεί και με την ίδια πιθανότητα, όταν τον διαβάσεις.
Διαβάζεις επομένως και λυτρώνεσαι. Λυτρώνεσαι και ενδέχεται να γράψεις. Γράφεις με τη σειρά σου και παρηγορείσαι. Παρηγορείσαι και άρα θεραπεύεσαι. Έστω, -κι αν δεν θεραπεύεσαι πλήρως- βάζεις μια γάζα ή παίρνεις ένα παυσίπονο. Καθυστερείς κάπως τον επιούσιο θάνατο. Άρα ενδέχεται να συναντήσεις την έξοδο από το λαβύρινθο. Τούτο μπορεί να συμβεί και σε μια σχολική τάξη. Όχι η δημιουργική γραφή, αλλά η «ιαματική». Η ίαση της ψυχής και επομένως το ένα και μοναδικό βήμα, το εφιαλτικά αναγκαίο προς τα μπροστά. Άρα και προς την ελευθερία. Η γραφή συνιστά μια πράξη ελευθερίας. Τη μόνη ίσως που κάποτε αξιωνόμαστε.
Έγραφε ο Γιάννης Τσαρούχης, μιλώντας για τον Γιαννούλη Χαλεπά: «Η τέχνη είναι ένα μυστηριώδες πράγμα. Και αυτό το μυστηριώδες πράγμα πρέπει να βλέπεται σαν τη μεγαλύτερη παρηγοριά, σαν ένα μεγάλο αντίβαρο μέσα στην ζωή, δοσμένο από την ίδια μυστηριώδη δύναμη του ανθρώπου».[14]
Γράφει με το δικό της τρόπο η μαθήτρια της Α” γυμνασίου Μαίρη Γκαλιάν: «Μέσα από το γράψιμο ανοίγεται η ψυχή και η καρδιά του ανθρώπου δείχνοντας το τι είναι στην πραγματικότητα και όχι το τι είναι στην καθημερινή ζωή του. Απελευθερώνεται από αυτά που τον βασανίζουν και τον τρώνε κάθε μέρα που αν και θέλει να τα πει δεν μπορεί. Επομένως η γραφή είναι ένας τρόπος για να ανοίξεις την ψυχή σου και να τα γράψεις όλα. Στην ουσία η ψυχή του ανθρώπου είναι  ένα ηφαίστειο που αν βρει έξοδο και γενναιότητα εκείνη την στιγμή θα εκραγεί και όλα αυτά που χρόνια σκεφτόταν, θα γραφτούν όλα πλέον πάνω σε ένα χαρτί. Όμως δεν είναι πάντοτε που μέσα στη γραφή τα λέμε όλα, μερικές φορές γράφουμε απλώς για να έχουμε αυτόν που απευθυνόμαστε κοντά μας και ζωντανό στο μυαλό μας».


[1] Eliot T.S., East Coker, Τέσσερα Κουαρτέτα (μτφρ.Χάρης Βλαβιανός), εκδόσεις Πατάκη, 20122, σελ.83
[2] Βότση Όλ., Τα γκρεμά του ανθρώπου Γ, Οδύνη και Ευδία, Οι εκδόσεις των φίλων, 1984, σελ.49
[3] Μουντές Μ., Ένα πρόσχημα βίου, Οι θαμνώνες, Τα Αντίποινα, εκδόσεις Καστανιώτη, 1993, σελ.39
[4] Ζωγράφου Λ., Κώστας Καρυωτάκης Μαρία Πολυδούρη και η αρχή της αμφισβήτησης, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 19966, σελ.43
[5] Γεωργούσης Γ., Επίμετρο, Άρρητα και Ρητά, Οι μέρες και οι πέτρες, Γαβριηλίδης 2007, 110
[6] Lucciano A.-M., Γιάννης Χρήστου. Έργο και προσωπικότητα ενός Έλληνα συνθέτη της εποχής μας (μτφρ.Γ. Λεωτσάκος), εκδόσεις Βιβλιοσυνεργατική, 1987
[7] Bukowski C., Ώστε θέλεις να γίνεις συγγραφέας, Να περιφέρεσαι στην τρέλα (μτφρ. Σ. Τριανταφύλλου), Ηλέκτρα 20032, 22
[8] «Αυτός έτσι για το γούστο σέρνει την πέννα«, Ντοστογιέφσκη (1930), Οι φτωχοί. Μτφρ.Σ.Ι.Ζηζήλα, Ελευθερουδάκης, σ.125
[9] Γεωργούσης Γ., Επίμετρο, Άρρητα και Ρητά, Οι μέρες και οι πέτρες, Γαβριηλίδης 2007, 109
[10] Τσβετάγιεβα Μ., Η ιστορία της Σονέτσκα, εκδόσεις Νεφέλη, 1995, σελ.44
[11] Πεντζίκης Ν.Γ., Πόλεως και Νομού Δράμας παραμυθία, εκδόσεις Άγρα, 1999, σελ.80-81
[12] Βελουδής Γ., Διονυσίου Σολωμού. «Στοχασμοί» στους Ελεύθερους Πολιορκημένους, εκδόσεις Περίπλους, 1997, σελ.34
[13] Ζωγράφου Λ. 19966Κώστας Καρυωτάκης Μαρία Πολυδούρη και η αρχή της αμφισβήτησης, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, σελ.24
[14] Τσαρούχης Γ.,1999,  Για τον Γιαννούλη Χαλεπά, Χαλεπάς. Ο Κοσμοκαλόγερος καλλιτέχνης από τον Πύργο της Τήνου. Επιμ.Στρατής Γ.Φιλιππότης, εκδόσεις Ερίννη, σελ.171

* Η Όλγα Ντέλλα γεννήθηκε το Νοέμβριο του 1973 στην Αθήνα. Σπούδασε Νεοελληνική Φιλολογία στη Θεσσαλονίκη. Εκπόνησε μεταπτυχιακή εργασία («Πίνακας λέξεων των ποιημάτων του Ανδρέα Εμπειρίκου») και διδακτορική διατριβή («Η μεταφυσική διάσταση στην ποίηση του Κώστα Μόντη»). Έχουν εκδοθεί οι ποιητικές συλλογές «Αθιβολές» (Το Ροδακιό, 2002), «Άκος ψυχής. Άκος;» (Το Ροδακιό, 2007), «Της αλυπίας είναι η χώρα» (Ιδαλγός, 2009), το παραμύθι «Της ιτιάς και του ποταμού» (Ιδαλγός, 2012) και το δοκίμιο «Η ελεημοσύνη της γραφής. Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης» (Ιδαλγός, 2014). Διδάσκει στη Μέση Εκπαίδευση από το 1999. Ζει περίπου μόνιμα στα δυτικά της Μακεδονίας.

Σάββατο 26 Μαρτίου 2016

..και μετά..;



και..μετά.. και μετά;;
ρωτούσε ανυπόμονα..χοροπηδώντας σαν παιδί..
και μετά..;
ρωτούσε..τα παιχνίδια..
τα βήματα..
τη μέρα..τον ήλιο..
ενοχλούσε..τον Ουρανό της..τα σύννεφα..
ζητούσε να μάθει..απ΄τα αστέρια..
το Φεγγάρι..

και..μετά..;
ρωτούσε..τη θάλασσα..την άμμο..
τα ζώα..τα λουλούδια..
τις λέξεις..
τους ήχους..τους ανέμους..
σπάνια..ρωτούσε τους ανθρώπους..
δεν καταλάβαινε..τη γλώσσα τους..
και..μετά..;

κάποτε..ο χρόνος μόνον απάντησε..
"και..μετά..δεν υπάρχει μετά..μόνο τώρα.."

έπρεπε να φτάσει..στο "ποτέ"..
για να μάθει..το μετά..

τώρα ξέρει..
μα ακόμη και τώρα..
συχνά..ξεχνιέται..
..χοροπηδά..
και μέσα της
μια πείνα..
αχόρταγα..ρωτάει..

..και μετά..;;


"Αυτό" - Στίχοι: Παπακωνσταντίνου Θανάσης
Μουσική: Παπακωνσταντίνου Θανάσης
Πρώτη εκτέλεση: Θανάσης Παπακωνσταντίνου - Διονύσης Σαββόπουλος


να αναρωτιέσαι
να χοροπηδάς
να ξεχνιέσαι

Ιω

Δευτέρα 14 Δεκεμβρίου 2015

μ 'αντάμωσε ένα τραγούδι..




τι κι αν αγκαλιάζεις τις χαρές..
τι κι αν ομορφαίνουν την ψυχή σου..
οι λύπες..είναι αυτές..που την σμιλεύουν..
που της δίνουν..μορφή..
σχήμα..

είναι φορές..που νιώθεις..
να κουβαλάς..μέσα σου τον πόνο..του κόσμου ολάκερου..

μια τέτοια..φορά..λοιπόν..
μ'αντάμωσε..ένα τραγούδι..

ήρθε και με βρήκε..
κι έμεινα..ακίνητη..
με ανάσα κρατημένη μη και χάσω..μια νότα..
μια ανάσα..ένα γύρισμα της φωνής..
μια νοτισμένη αστραπή του νου..

 έμεινα..να ακούω..
δεν καταλάβαινα..
δεν γνώριζα τη διάλεκτο..
με τα κουτσά μου ιταλικά..παλεύοντας...
μα τσουκ..
τίποτε..ούτε και με αυτά..
 δεν καταλάβαινα..
 ένιωθα..τον πόνο..

γέμισα δάκρυα..
απ΄την ομορφιά..
ναι..αυτήν την ηδονή.. του πόνου..

"θα έλεγε κανείς ότι ο πόνος δίνει σε ορισμένες ψυχές ένα είδος συνειδήσεως"..
υποστήριζε..ο Γάλλος συγγραφέας Paul-Jean Toulet

ένα είδος συνειδήσεως..
ένα εισιτήριο..για ταξιδεμούς..άλλους..
μια συνωμοσία ..μαγική..
ένα "σουσάμι άνοιξε".. 
για κόσμους..πειρατές..

όχι..δεν είναι κατάθλιψη..
είναι άλλο..φρούτο..
είναι..πονάω..
γιατί είμαι ζωντανός..
αγαπάω..
είμαι άνθρωπος..
πονάω..
εύχομαι..
ταξιδεύω..
τραγουδάω..
θρηνώ..
ελπίζω..
φωνάζω..

είναι όταν δεν έχεις..ανάσες άλλες..
κι εκτιμάς..τον αέρα..
κι αναπνέεις..βαθύτερα μετά..

είναι η Τέχνη..
και κάθε μορφή τέχνης..
που σου θυμίζει την ανθρωπιά σου..
είναι εικόνες.. λέξεις..μουσικές..
που με μαγικές αδιόρατες χορδές..
ενώνουν..τους ανθρώπους..
της συνομοταξίας..αυτής..
της συνειδήσεως του πόνου..

κι όταν σαλεύει..η μουσική..ή η εικόνα..ή η λέξη..τούτη..
ανασαλεύει..η χορδή..και κινεί..την καρδιά σου..
τα χέρια..σου..
λιώνει τους πάγους της ψυχής..
τα μάτια..ξεκινούν να στάζουν..



Amare me - μουσική Nino Rota - ερμηνεία Σοφία Αβραμίδου

αυτό είναι..το τραγούδι..λοιπόν..
Amare me ..ή Maremaje

"Το τραγούδι  αναφέρεται ότι γράφτηκε από άγνωστο στιχουργό στην περιοχή Αbruzzo , της κεντρικής – νότιας  Ιταλίας τον 17ο αιώνα και πρόκειται για το μοιρολόι μιας χήρας  που έχασε τον άνδρα της στη θάλασσα (πρόκειται δλδ για ένα ιταλικό fado).
Οι στίχοι είναι γραμμένοι σε μία τοπική διάλεκτο που μιλούσαν τότε στην περιοχή ,κάτι ανάμεσα σε Ναπολιτάνικα και Γενοβέζικα, γι αυτό και είναι πολύ δύσκολη η μετάφραση του τραγουδιού ακόμα και από Ιταλούς στις μέρες μας..
Το 1973 ο τεράστιος Ιταλός συνθέτης Νino Rota συνθέτει την μουσική της ταινίας με τίτλο Film d'Amore e d'Anarchia (στα ελληνικά «Ταινία του έρωτα και της αναρχίας») και ντύνει τους πρωτότυπους στίχους .


""Ευχαριστώ για την τραγωδία σας. Τη χρειάζομαι για την τέχνη μου". 
έλεγε ο Kurt Combain..

και νιώθεις..γιατί..



AMARA ME 

Maremma' le scure maie 
Tu si morte io che fazze 
Comme strazze trezze n'fazze 
Come cede n'chel eta 
E maremma maremma maremma 
E scure ma scur ma scur ma 
E mo' m' accido mo' m' accido mo' m' accido 
Un gol altar. 

Son 'na pachira spergiuta 
Lu muntum m' ha lassate 
Lu guaggiu non simpre abbaie 
Per la fare vo sarraie 
E maremma maremma maremma 
E scure ma scur ma scur ma 
E mo' m' accido mo' m' accido mo' m' accido 
Un gol altar. 

Io tine' na caseniella 
Or sun sola e abbandunata 
Sinza casa a sinza letto 
Sinza pane e compenaie 
E maremma maremma maremma 
E scure ma scur ma scur ma 
E mo' m' accido mo' m' accido mo' m' accido 
Un gol altar. 


ΘΑ Μ' ΑΓΑΠΑΣ 

Βαλτοτόπια και μαύρη θάλασσα 
εσύ είσαι πεθαμένος κι εγώ τι θ' απογίνω 
σαν κουρέλια οι πλεξίδες μου 
πέφτουν στο πρόσωπό μου 
τα βαλτοτόπια τα βαλτοτόπια 
κι η μαύρη, μαύρη θάλασσα 
κι εγώ να σκοτωθώ, να σκοτωθώ, να σκοτωθώ 
να χαθώ. 

Είμαι μια ψυχή χαμένη 
ο άνθρωπός μας μ' άφησε για πάντα 
το σκυλί πια δεν γαυγίζει 
τα παραθύρια κλείσαν 
τα βαλτοτόπια τα βαλτοτόπια 
κι μαύρη, μαύρη θάλασσα 
κι εγώ να σκοτωθώ, να σκοτωθώ, να σκοτωθώ 
να χαθώ. 

Είχα κάποτε ένα καλυβάκι 
τώρα είμαι μόνη κι έρημη 
δίχως σπίτι και κρεβάτι 
δίχως ψωμί και συντροφιά 
τα βαλτοτόπια τα βαλτοτόπια 
κι μαύρη, μαύρη θάλασσα 
κι εγώ να σκοτωθώ, να σκοτωθώ, να σκοτωθώ 
να χαθώ.



"η σιωπή κάνει τον κόσμο πιο μεγάλο.. η θλίψη πιο δίκαιο.."
ψιθυρίζει..ο Τάσος Λειβαδίτης στα αυτιά μου..

πήρε χρόνια..να καταλάβω 
τι εννοούσε ο ποιητής..

μα άξιζε..τον κόπο..
τον χρόνο..
κάθε δευτερόλεπτο σιωπής..

την κάθε αμυχή..

και ξέρω..γιατί μπορώ να χαμογελώ..
διάπλατα..
ξανά..


να πονάς..
να αγαπάς..
να παλεύεις για το δίκιο..

Ιω


Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2015

αποχαιρετισμός...


 ο χρόνος.. λένε.. φέρνει δώρα..
ναι.. απλόχερα..
μα παίρνει.. κιόλας..
παίρνει..
παίρνει ανθρώπους αγαπημένους..
στους στερεί..
τη φυσική τους παρουσία τουλάχιστον..
γιατί..
αν αγαπάς..όπως είπαμε..
τους κουβαλάς..πάντα μέσα σου..
και νικάς τον χρόνο..

έφυγε..η γιαγιά..
πλήρης ημερών..
ήρεμα και ήσυχα στον ύπνο..
όπως "τους πρέπει"..τους καλούς ανθρώπους..

τον σέβομαι τον θάνατο..
δεν δυσανασχετώ..
δεν μ'αρέσουν τα κλάματα.. οι οδυρμοί..
σαν ίσος προς ίσον..
τον κοιτώ στα μάτια..
τον υπολογίζω και τον θαυμάζω εξίσου..
όσο αγαπώ τη ζωή..
χωρίς..αυτόν..η ζωή δεν θα υπήρχε..
δεν θα άξιζε μία..
κοσμικός..νόμος..οι αντιθέσεις..
κι εδώ..
μεγαλύτερη αντίθεση..δε θα βρεις..
χωρίς..θλίψη λοιπόν..
με χαμόγελο μεγάλο..
σε αποχαιρετώ γιαγιά..


είναι δύσκολο να ζεις μακριά..
κυρίως κάτι τέτοιες στιγμές..
τελευταία σε είδα τον Αύγουστο..
σε έναν μήνα..θα ήμουν πάλι εκεί..
δεν πρόλαβα..

σε φέρνω στο μυαλό μου..
περιεργάζομαι..όλες αυτές τις λεπτομέρειες..
που κάνουν..τα μικρά που αγαπάς..
πάνω σε έναν άνθρωπο..μεγάλα...

και γράφω..
όχι από ψώνιο..όχι από συνήθεια..
όχι να μοιραστώ..όχι να δεχθώ..συλλυπητήρια..
μα..από ανάγκη..
να σε καταγράψω..στην αιωνιότητα..
"τα γραπτά..μένουν"..
ίσως..τα δισέγγονα..λησμονήσουν..κάποτε..
και..το μετά..απ' το μετά..ακόμη πιο πολύ..
μα έτσι..
θα μείνεις..εδώ..
με λεξούλες..φωναχτές..
σε σελίδες λευκές...
με γράμματα που θα χοροπηδούν..
πάντα...μόλις..ξαναδιαβαστούν..

και θα θυμούνται..όλοι..

ορφανή από μάνα..από μικρή..
με τη δίδυμή σου αδερφή..νεκρή στη γέννα
με έναν πατέρα σκληρό..σαν πέτρα..
και μικροπαντρεμένη.. με έναν σύζυγο..καλό..
μα λίγο..."τζαναμπέτη"..όπως συχνά..
άκουγα να αποκαλούν τον παππού στο σπίτι..
λίγο..νευρικό..
 με εμάς τα εγγόνια..πάντα μελιστάλαχτος..
και με χαμόγελο..γενναίο..
"έφυγε"..πολύ πιο νωρίς..20 χρόνια πριν..
και σε άφησε..
σε μια ησυχία..δύσκολη στην αρχή..
δεν είχες μάθει..χωρίς.."ζυγό"..
μα καλοδεχούμενη..μετά..
σχεδόν..απολαυστική..

μαθημένη στη σκληρή δουλειά των χωραφιών..
στυλάκι...μινιόν..μια ζωή..κιλά 47..
και μέχρι..ένα χρόνο πριν..
στο πόδι...δουλειές..ψώνια..επισκέψεις..
μέχρι και περμανάντ..στα μαλλάκια σου έκανες..κοκέτα..
να είσαι πάντα περιποιημένη..
-Αχ γιαγιά..πάντα στην τρίχα..έτοιμη να σε ξαναπαντρέψουμε..
σε πειράζαμε..
-Αχάαα ξέρεις..τώρα..εγώ...σιγά...9 δισέγγονα έχω..
και χασκογελούσες..."κάτω απ'τα μουστάκια" σου..




κάθε που ερχόμασταν επίσκεψη..στο χωριό..
πάντα μας περίμενες έξω..στο μπαλκόνι..
να μας προϋπαντήσεις..
με χαμόγελο..πλατύ..

η διαδικασία..που ακολουθούσε
ίδια..και απαράλλαχτη...αιώνες τώρα...
φοντάν..λικέρ..δεύτερο κέρασμα..
και χυμό με κρακεράκια..για τα δισέγγονα..
αυτά τα αλμυρά..με τα ζώδια..επάνω...
μμμ πιο πολύ..νομίζω τα περίμενα εγώ..
απ'ότι τα παιδιά..

μετά..συζητήσεις...τα νέα μας..
γέλια..φωνές... αστεία..
και ο χρόνος έτρεχε..νερό..

πάντα αδικημένη..στο χρόνο
που σου διαθέταμε..
γιορτές..αργίες..καλοκαίρια..
κατοικοεδρεύαμε..
στην πάνω..γιαγιά..της μαμάς..
εκεί..ήταν η βάση μας..

έτσι συνήθως δεν γίνεται..
στην ελληνική "οικογένεια"..;
η μαμά..της μαμάς..λιγάκι..πιο..κοντά..
και η μαμά..του μπαμπά..
η "πεθερά"..λιγάκι πιο κείθε..
σε απόσταση ασφαλείας..
μα τα παιδιά..είναι παιδιά..
αγαπούν..
ξέχωρα..απ'τις λογικές των μεγάλων..

έτσι..σε σένα..κάναμε..
επισκέψεις..
είτε..να φάμε..το υπέροχο γιουβέτσι σου..
τον απίθανο μπακλαβά σου..στις γιορτές..
είτε..να πιούμε απογευματινό καφέ..

και κάθε..που εμφανιζόσουν..
στο οπτικό πεδίο..του μπαμπά..
το βλέμμα του άστραφτε...
άλλαζε...χαμογελούσε ολόκληρος..

αυτός..είναι..ο σημαντικότερος..λόγος..
που σ'αγαπώ..πολύ..
κι ας μην στο έλεγα συχνά..

σ'αγαπώ..γιατί έκανες..τον μπαμπά μου
να λάμπει..όταν σε έβλεπε..

όταν ερχόταν η ώρα να επιστρέψουμε
πίσω στη Θεσσαλονίκη
πάντα..μας ξεπροβοδούσες
μέχρι..την αυλόπορτα..
είτε με χιόνι είτε με κρύο ή με βροχή..
εσύ εκεί..όρθια..
να μας σταυρώνεις..στοργικά
και να φωνάζεις..
"Το χαντάκι..πρόσεχε το χαντάκι.."
(κάνοντας στροφή το αυτοκίνητο
να βγει από την αυλή στο δρόμο
υπήρχε παράλληλα..στην άκρη του δρόμου
ένα χαντάκι, ένα μέτρο βαθύ
για να μαζεύει τα βρόχινα νερά..)

αυτή..η τελευταία σου έννοια..πάντα..
το χαντάκι..

αντίο γιαγιά..!
καλό παράδεισο..
φεύγεις..τώρα..που τα χαντάκια της ζωής..
γινήκαν πιο πολλά..και πιο βαθιά..
μα μη σε μέλλει..
είμαι σίγουρη πως η αγάπη
και η ευχή σου..
θα μας ακολουθεί..
όσα χαντάκια..
κι αν βρεθούν στο διάβα μας..



να χαμογελάς..
να θυμάσαι..

να έχεις πίστη βαθιά..

αντίο!


Ιω



Ludovico Einaudi - Fly

Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2015

μικρές φιλοσοφίες.. σε φόντο γαλανό..



καθισμένες αγκαλιά στην παραλία με τη μικρή μου..
αγναντεύοντας ορίζοντες γαλάζιους..
ψάχνοντας το σημείο που ενώνονται..
 η Θάλασσα κι ο Ουρανός..

-Μαμά, ξέρεις ότι κάποια πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται ;
- Τι εννοείς, χαρά μου ;
-Να κοίτα.. η Θάλασσα..το νερό..φαίνεται μπλε μα δεν είναι..
το νερό είναι διαφανές..
Ο Ουρανός φαίνεται γαλάζιος..μα δεν είναι..ο αέρας είναι διαφανής..
όμως εμείς νομίζουμε και λέμε ότι είναι μπλε..

-Πολύ σωστή παρατήρηση αγάπη μου..
(άρθρωσα..μόλις μπόρεσα να κλείσω το στόμα μου από την έκπληξη..
μιλάμε για ένα παιδί.. εννέα ετών..)
και συνέχισα..



- Είναι πολλά μικρό μου αυτά που φαίνονται αλλιώς απ'ότι είναι πραγματικά..
άλλα βλέπουμε..άλλα ακούμε..άλλα καταλαβαίνουμε..
άλλα νιώθουμε..
άλλα λέμε..
 έτσι..υπάρχουν όλες αυτές..οι παρανοήσεις..οι παρεξηγήσεις..
και η έλλειψη συνεννόησης..φέρνει..συχνά..
τη δυστυχία..τη μοναξιά..την απογοήτευση..την απομόνωση..

είναι πολλά αυτά που φαίνονται αλλιώς..από αυτό που είναι αληθινά..
τα μάθαμε έτσι..
και πρέπει να τα ξεμάθουμε
και να τα ξαναμάθουμε 
για να κατανοήσουμε τη ζωή..

-Πες μου ένα άλλο.. μαμά..
ένα άλλο που είναι αλλιώς απ'ότι το ξέρουμε..

-Ας πούμε..η αγάπη μάτια μου..
-Η αγάπη..; Τι εννοείς..;
-Σκέψου μέσα σου τι εννοείς εσύ αγάπη..
-Αγάπη είναι ..τα ζωάκια..η αγκαλιά..

-Για σένα αγάπη είναι αυτό..
για κάποιον άλλον..αγάπη είναι οι άνθρωποι..
για άλλον ο εαυτός του..
η δουλειά του..
για άλλον η αγάπη έρχεται και φεύγει..
για άλλον η αγάπη είναι κάτι που τελειώνει..

Τελειώνει ποτέ η αγάπη ..μικρή μου..;

-Δεν τελειώνει.. μαμά; Όταν κάτι που αγαπάς σταματά..τελειώνει..
-Για σκέψου καλύτερα..
ποιο είναι το αγαπημένο σου τραγούδι..;
το αγαπάς μόνο..τη στιγμή που το ακούς..;
-Όχι το αγαπάω και μέσα στο μυαλό μου..
-Πολύ σωστά..το αγαπάς..και όταν αυτό παύει να υπάρχει..
είπες..τη μαγική λέξη.."μέσα"..στο μυαλό..
μέσα..λοιπόν..
μέσα στην ψυχή..στην καρδιά..στο μυαλό..

Ό,τι αγαπάμε.. είναι μέσα μας..
το κουβαλάμε μέσα μας..και δεν τελειώνει ποτέ..
κανείς δεν μπορεί να μας το πάρει..

-Ναι ίσως..αλλά όταν δεν έχουμε αυτό που αγαπάμε
είμαστε δυστυχισμένοι.. 
όπως όταν χάσαμε τη Σνόου (τη γατούλα)..
τώρα είμαι στενοχωρημένη χωρίς τη Σνόου..

Σίγουρα νιώθεις στενοχώρια και πόνο..
αλλά η αγάπη είναι άλλο πράγμα..μην τα μπερδεύεις..
Δεν μπορείς να πεις.. "Δεν σ'αγαπώ γιατί δεν σε έχω"..
η αγάπη δεν είναι κτήμα..
αυτό που νιώθεις..είναι εγωισμός..
είναι η έλλειψη της ικανοποίησης της ανάγκης σου
να είσαι με αυτό που αγαπάς..

Η αγάπη δεν είναι κτήμα..
είτε μιλάμε για άνθρωπο..είτε για έννοια..είτε για αντικείμενο..είτε για ζώο..
αγαπώ..δεν σημαίνει έχω..
κανείς..δεν είναι κανενός..
καθένας είναι κύριος του εαυτού του..
η αγάπη δεν είναι κτήμα..
 αγάπη είναι η γνώση της ύπαρξης αυτού που αγαπάς..
ξέρεις ότι υπάρχει απλά..
και ξεχειλίζεις από αγάπη..
ακόμη κι όταν αυτό παύει να υπάρχει..
η αγάπη σου δεν θα πάψει να υπάρχει ποτέ..

είναι μέσα σου..
φτάνει να είναι αληθινή..
όχι καπρίτσιο...όχι εγωισμός..
αληθινή..ατόφια..πως να στο πω..

η αγάπη ενώνει..τα βάθη μας.. 
με τα σπλάχνα της Γης
και το βλέμμα του Θεού..

και μέσα σε αυτό το τρίγωνο..
σε αυτό το "γήπεδο"..
παλεύουν οι αντιθέσεις μας..



νικητής..υπάρχει μόνον..
όταν νικήσει η αγάπη..
μόνον..


-όταν νιώσεις αγάπη μου αυτό που σου λέω..
τότε θα βρεις τις δόσεις ευτυχίας που χρειάζεσαι
για να ζήσεις τη ζωή σου όπως αξίζει..

γιατί αυτό που αγαπάς..δεν θα τελειώνει ποτέ..
θα αγαπάς..ανθρώπους..μουσικές..ποιήματα..χρώματα..
πίνακες..τόξα Ουράνια..γατούλες..φιλίες..γεύσεις..μυρωδιές..
θα τα κουβαλάς μέσα σου..
προσεκτικά..
πολύτιμα..
με αγάπη..




ακόμη..κι όταν εγώ..δε θα είμαι τριγύρω..
θα ξέρεις..
θα νιώθεις..
ότι δεν θα έχω φύγει ποτέ
γιατί σε αγαπώ και με αγαπάς..
γιατί ποτέ δεν θα σταματήσουμε
η μια..να κουβαλά..μέσα της την άλλη..


όπως η Θάλασσα κι ο Ουρανός..
όπως οι μουσούδες και τα χρώματα που αγαπάς..
όπως τα λόγια του Ελύτη..που αγαπώ..

"Δίνω το χέρι στη δικαιοσύνη
Διάφανη κρήνη κορυφαία πηγή
Ο ουρανός μου είναι βαθύς κι ανάλλαχτος
Ό,τι αγαπώ γεννιέται αδιάκοπα
Ό,τι αγαπώ βρίσκεται στην αρχή του πάντα"*


- Τι είναι αυτά που λες μαμά, κουνήσου από τη θέση σου
εσύ δε θα φύγεις ποτέ..
(και με αγκαλιάζει σφιχτά)
- Βρε μικρό μου.. τι λέγαμε τόση ώρα.. ; 
το ποτέ..δεν υπάρχει στην αγάπη..
έλα, μη μου ταράζεσαι..
..δεν έχω σκοπό να φύγω σύντομα..
άλλωστε..έχεις ακόμη..
τόσα πολλά να μου μάθεις..!!


να νιώθεις..
να ακούς..

να κοιτάς Ουρανό..

να αγαπάς..αδιάκοπα..

Ιω


*Οδ.Ελύτης - Ηλιος ο πρώτος (1943) - ΙΙ Σώμα του καλοκαιριού