όλη η ζωή μικροί ταξιδεμοί
κάθε βήμα.. κάθε βλέμμα
το βιβλίο που θα διαβάσεις
η μουσική που θα ακούσεις·

και η μνήμη
μνήμη μου.. ο μεγαλύτερος..
Ιω

"Και πώς ξέρετε αν, καθώς ταξιδεύω έτσι, δεν έχω πάρει από πίσω, στα σκοτεινά, τον ίδιο μου τον εαυτό;"
(Φερνάντο Πεσσόα -
« Το Βιβλίο της Ανησυχίας»)

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2020

Γ. Αγγελάκας για προσφυγικό: Ντρέπομαι γι’ αυτή την κατρακύλα




Με αφορμή τα τραγικά γεγονότα στη Λέσβο και τον Έβρο, 
το Tvxs.gr  ζήτησε από τον Γιάννη Αγγελάκα ένα σχόλιο…


«Νιώθω ξεθεωμένος και ανήμπορος να γράψω κάτι γι’ αυτή την ανελέητη κτηνωδία που ζούμε
 όλο και πιο έντονα κάθε μέρα, εδώ και χρόνια. Θα προσπαθήσω άλλη μια αν και δεν ξέρω πια
 αν έχει νόημα να λέμε και να ξαναλέμε μεταξύ μας πόσο άθλια, πόσο χυδαία και πόσο εύκολα
 η μετανεοελληνική μας κοινωνία αποφασίζει να πάει κατά διαόλου. 
Οι λίγοι που μας ακούνε το ξέρουν ήδη.
Μη ξεχνάμε όμως, εκεί έξω υπάρχει πολύς, πάρα πολύς κόσμος τρομαγμένος, χτυπημένος, ηττημένος, ταπεινωμένος, απελπισμένος, χωρίς μέλλον, άρρωστος, ανασφαλής, υποχείριο 
της σκοτεινής τηλεόρασης και ακόμα πιο σκοτεινών ιδεοληψιών, αποκομμένος από την αληθινή παιδεία, την πνευματικότητα, 
την αγάπη, τη λογική και την ορθή πληροφορία κι έτσι όλη αυτήν την τεράστια αρνητική του δύναμη την στρέφει εναντίον του, εναντίον της ψυχής του και εναντίον της ανθρώπινης 
υπόστασής του. Παλεύει να σταθεί όρθιος, κλαδεύοντας 
τα ίδια του τα πόδια.
Ντρέπομαι που δεν καταφέραμε  να σταματήσουμε μια τέτοια κατρακύλα όλοι εμείς 
που αυτοπροσδιοριζόμαστε ως ευαίσθητοι, εμπνευσμένοι, καλλιτέχνες, διανοούμενοι κ.λπ. 
Το χειρότερο όμως και το πιο βαρύ είναι πως οφείλω να ντρέπομαι και για όλους αυτούς τους πολλούς, πολλούς, πάρα πολλούς κι ακόμα περισσότερους που έχουν σταματήσει 
να ντρέπονται εδώ και χρόνια
(εξαιρούνται αυτοί που γεννήθηκαν ξεδιάντροποι
 και μ’ αυτό τους το ταλέντο μεγαλουργούν ως πολιτικοί)».

Γιάννης Αγγελάκας

πηγή:
...

Οι καλύτεροι της ράτσας μας


Οι καλύτεροι της ράτσας μας γίνονται φονιάδες

Ακολουθούν σε απόσταση ασφαλείας

οι ποιητές

οι παραμυθάδες

οι τερατολόγοι γενικώς

Μερικές χιλιάδες έτη φωτός πιο πέρα

Πλατσουρίζουν αγέλαστοι κι ανόρεχτοι

Στα στάσιμα νερά της μετριότητας

Οι όμηροι του φόβου

.....

Η εποχή των σκιών


Είμαστε εδώ

Χωρίς να είμαστε

Αναπνέουμε

Περπατάμε

Μισούμε

Αγαπάμε

Αγοράζουμε

Πουλάμε

Μόνο και μόνο

Για να δικαιολογούμε

Την απουσία μας

Πώς μπορεί να ονομάζεται

Ένας κόσμος

Φτιαγμένος από σκιές

Ανύπαρκτων σωμάτων

Οι καθρέφτες αποτυπώνουν

Εντυπώσεις δυνατών ψευδαισθήσεων πόνου

Είμαστε όλοι

Ασθενικά αιμορραγούντα φαντάσματα

Μάταια προσπαθούμε ν' αφήσουμε τα χνάρια μας

Για την εποχή των πραγμάτων

Που θα ακολουθήσει

Τη δικιά μας εποχή των σκιών

...

Απόσπασμα από “ΘΑΛΑΜΟ Α”


Μ’ όλα αυτά προσπαθώ και εγώ σαν καθωσπρέπει κυνικός

να κρατήσω την απαιτούμενη απόσταση από τον εαυτό μου.


 Γιάννης Αγγελάκας
“Πως τολμάς και νοσταλγείς τσόγλανε;”
Εκδότης ΛΙΒΑΝΗΣ, , 1999
(δυστυχώς εξαντλημένο)


στο τέρμα
....

Ιω

Σημ.: Φωτ. από το διαδίκτυο


Τετάρτη 11 Μαρτίου 2020

Τάκης Σινόπουλος - Ο Καιόμενος




Ο Καιόμενος 


Κοιτάχτε μπήκε στη φωτιά! είπε ένας απ’ το πλήθος.
Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα.
 Ήταν στ’ αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο όταν 
του μιλήσαμε. Και τώρα καίγεται. Μα δε φωνάζει βοήθεια.

Διστάζω. Λέω να πάω εκεί. Να τον αγγίξω με το χέρι μου.
Είμαι από τη φύση μου φτιαγμένος να παραξενεύομαι.

Ποιος είναι τούτος που αναλίσκεται περήφανος;
Το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά;

Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. 
Φοβάμαι.
Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις μου είπαν.

Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος.
Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο.

Γινόταν ήλιος.

Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές
άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε.

Ο Ποιητής μοιράζεται στα δυο.

Τάκης Σινόπουλος
Συλλογή Ι. 1951-1964, Ερμής, Αθήνα 1976

...

ξένη φωτιά;
αλήθεια;
γιατί τότε απλώνεις τα ξερά σου να ζεσταθείς;
από πότε ο ήλιος σου ανήκει;
φωτιά στην υποκρισία
"Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. "

Μα δε Φοβάμαι
"Yeah, we'll show the fire how to burn"




Σημ.: Φωτ. από το διαδίκτυο

Τρίτη 10 Μαρτίου 2020

Αλμπέρ Καμύ - Η πτώση (αποσπάσματα)



 Η πτώση
(αποσπάσματα)


«Ξέρετε τι είναι η γοητεία;
  Ένας τρόπος να ακούς να σου απαντούν ναι, 
χωρίς να 'χεις κάνει καμιά συγκεκριμένη ερώτηση»

[...]

 «Μόνο που, να, η επιβεβαίωση δεν είναι ποτέ οριστική, πρέπει να την κάνεις πάλι απ’ την αρχή με κάθε πλάσμα. 
Κάνοντάς την πάλι απ’ την αρχή, σου γίνεται συνήθεια. Σύντομα σου 'ρχονται 
τα λόγια χωρίς να τα σκεφτείς, κι ακολουθεί η κίνηση αντανακλαστικά: 
μια μέρα βρίσκεσαι
 να παίρνεις, δίχως να ποθείς πραγματικά. 
Πίστεψε με, για μερικά τουλάχιστον πλάσματα, 
το πιο δύσκολο πράγμα στον κόσμο είναι να μην παίρνεις 
ό,τι δεν ποθείς»

[...]

 «Να λοιπόν τι δε μπορεί ν’ ανεχτεί κανείς (εκτός απ’ αυτούς που δεν ζουν, θέλω να πω: 
τους εγκρατείς). Η μόνη άμυνα βρίσκεται στην κακεντρέχεια. 
Οι άνθρωποι λοιπόν σπεύδουν
 να κρίνουν για να μην κριθούν οι ίδιοι. 
Τι τα θέλετε; Η πλέον φυσική ιδέα στον άνθρωπο, 
αυτή που του έρχεται αυθόρμητα, σαν από τα βάθη της φύσης του, 
είναι η ιδέα της αθωότητάς του…. Το ουσιώδες είναι
 να μείνουν αθώοι, να μην μπορούν να τεθούν υπό αμφισβήτησιν
 οι έμφυτες αρετές τους,
 και τα σφάλματά τους, αποκυήματα μιας παροδικής δυστυχίας, 
να είναι πάντοτε προσωρινά. 
Σας το ‘πα, το ζήτημα είναι να γλιτώσεις απ’ την κρίση.
 Επειδή είναι δύσκολο να της γλιτώσεις 
και απαιτεί μεγάλη επιδεξιότητα να καταφέρεις να θαυμάζουν και να συγχωρούν ταυτόχρονα τη φύση σου, επιδιώκουν όλοι να’ ναι πλούσιοι. Γιατί; Αναρωτιέστε; Για τη δύναμη, φυσικά. 
Κυρίως όμως γιατί ο πλούτος απαλλάσσει απ’ την άμεση κρίση, 
σε τραβάει από το πλήθος 
του μετρό για να σε κλείσει σ’ ένα νικέλινο αμάξι, σε απομονώνει σε απέραντα φυλαγμένα πάρκα,
 σε βαγκόνλι, σε καμπίνες πολυτελείας. Ο πλούτος, αγαπητέ μου φίλε, δεν είναι ακόμα η αθώωση, αλλά η αναστολή που 'ναι πάντα καλό να παίρνεις…»

[...]

«Καμιά φορά τα χάνεις, αμφιβάλλεις για το ολοφάνερο, ακόμα κι όταν έχεις ανακαλύψει
 το μυστικό μιας καλής ζωής. Η λύση μου, φυσικά, δεν είναι η ιδανική. 
Όταν όμως δεν αγαπάς
 τη ζωή σου, όταν ξέρεις πως πρέπει να αλλάξεις ζωή, 
δεν έχεις περιθώρια επιλογής, δεν είναι;
 Τι να κάνεις για να ‘σαι ένας άλλος; Αδύνατο. Θα ‘πρεπε να μην είσαι πια κανένας, να ξεχάσεις
 τον εαυτό σου για κάποιον, έστω και για μια φορά. Πώς όμως;
Μη με παραφορτώνετε. 
Είμαι σαν εκείνον το γερό-ζητιάνο που δεν ήθελε ν’ αφήσει το χέρι μου, μια μέρα έξω
 σ’ ένα καφενείο: «Αχ κύριε» έλεγε, «δεν είναι που ‘σαι κακός, είναι που χάνεις το φως σου». 
Ναι, έχουμε χάσει το φως, τα πρωινά, την άγια αθωότητα εκείνου 
που συγχωρεί μόνος του τον εαυτό του.»


Αλμπέρ Καμύ
La chute (Η πτώση)
(αποσπάσματα)

Εκδόσεις Γράμματα (1987), Μετάφραση: Ιωάννα Ευθυμιάδου




"Η μοίρα δεν είναι μέσα στον άνθρωπο αλλά γύρω του."
 - Αλμπέρ Καμύ - 
...

αν είναι να πέσω
 ολόγυρα
ας σκορπίσω
σε πρωινό της μοίρας φως
τώρα ναι  μπορώ
με συγχώρεσα

Ιω



Σημ.: Φωτ. από το διαδίκτυο

Κυριακή 8 Μαρτίου 2020

Ιβάν Γκολ - Πολλαπλή γυναίκα




"Πολλαπλή γυναίκα"
Ιβάν Γκολ


ΠΟΛΛΑΠΛΗ ΓΥΝΑΙΚΑ

Ι

Γιατί ποτέ δεν είσαι μόνη μαζί μου
γυναίκα ανεξερεύνητη, πιο ανεξερεύνητη κι από την άβυσσο
όπου αργοπορούν οι πηγές του παρελθόντος

Οι άγνωστες μητέρες σου, με κόκκινες χειρονομίες
αμφισβητούν τον έρωτά μας μες στο μεγάλο δάσος
πάνω στα σκαλοπάτια των γκρεμισμένων πολιτειών τους

Και πίσω από τις πύλες της καρδιάς σου
ακούγονται γίγαντες ν’ ανεβαίνουν
προς την απόλυτη βασιλεία του ανθρώπου

Ακούς τη φωνή μου να τραγουδάει τ’ όνομά σου
σε ένα αυτί
που το κατοικούν ωκεανοί προαιώνιοι;




ΓΙΑΤΙ ΔΕ ΣΕ ΔΙΑΚΡΙΝΩ


Με όλους τους καθρέφτες μου τα χίλια μάτια μου
γιατί δε σε διακρίνω
παρά μόνο ανάμεσα από τα κάγκελα της γραφής
μέσα στη φυλακή του τριγώνου μες στην παντοτεινότητα
         του κύκλου
ή μες στην έρημο της άσπρης σελίδας;

Τρώω το αυγό και τη φτερούγα του αετού
όμως δεν κατακτώ
παρά μόνο με τη λέξη
αυτό που μου ξεφεύγει
μεσ’ απ’ το φίλτρο των βλεφαρίδων και των χεριών





ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕ Τ’ ΑΜΕΤΡΗΤΑ ΜΑΤΙΑ


Τη νύχτα κάτω από τα κλειστά σου βλέφαρα
με κοιτάζουν τα σιντεφένια μάτια σου
μάτια μάγισσας

Ποτέ δεν είμαι σίγουρος για τη μοναξιά μου
τα μάτια σου που τα ’φεραν οι νυχτοπεταλούδες
καρφώνονται επάνω μου και ψάχνουν τα όνειρά μου

Γυναίκα μου ολοφώτεινη
αστραφτερή σαν χαλαζίας
καταμεσής του ύπνου μου


Ιβάν Γκολ
Από τη συλλογή «Πολλαπλή γυναίκα» (1956).

Πηγή: «Ιβάν Γκολ - Ποιήματα [1920-1950] - 
Επιλογή, μετάφραση, επίμετρο, σημειώσεις, Ε.Χ. Γονατάς», εκδ. Στιγμή, 2003.

https://ppirinas.blogspot.com/2020/02/blog-post_27.html



μία
πολλαπλή 
άπειρη
να χαθείς στο μέτρημα
μέσα της 
να στάζει λήθη

αυτό είναι γιορτή

Ιω



Σημ.: Φωτ. από το διαδίκτυο

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2020

Ντύλαν Τόμας - Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία




 Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία


Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.
Γυμνοί οι νεκροί στον άνεμο και το γερτό φεγγάρι
Με τον άνθρωπο θα σμίξουνֹ
‘Οταν γλυφτούν τα κόκκαλα τους
και τα γλυμμένα κόκκαλα χαθούν,
Θα ‘χουν αστέρια σε αγκώνα και ποδάριֹ
Αν και τρελοί, θα συνεφέρουν,
Αν θαλασσόπνιχτοιν θ’ αναδυθούν,
Αν κι εραστές χαμένοι αυτοί, δεν θα χαθεί η αγάπηֹ
Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.

Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.
Κάτω απ’ τις δίνες τις θαλάσσης
Χρόνια χωμένοι αυτοί, θάνατο ανεμόδαρτο δεν θα ‘βρουνֹ
Σε μέγκενη στριμμένοι, με τους τένοντες λυμένους,
Παιδεμένοι σε τροχό, δεν θα τσακίσουνֹ
Στα χέρια τους η πίστη θ’ ανοίξει
Και μονόκερα στοιχειά θα τους ξεσκίσουν,
Κουρελιασμένοι ολόκληροι, και δεν θα σπάσουνֹ
Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.

Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.
Ας πάψουν πια να σκούζουν στ’ αυτιά τους οι γλάροι
Και στις ακτές τα κύματα να σκάζουν άγριαֹ
Λουλούδι όπου ξεμύτισε μην ξεμυτίσει πια
Να υψώσει το κεφάλι του στους χτύπους της βροχής.
Αν και τρελοί, αν και νεκροί σαν τ’ άψυχα καρφιά,
Κεφάλια σημαδιών αυτοί, χτυπούν με μαργαρίτεςֹ
Χτυπούν τον ήλιο, όσο που να ξεκαρφωθείֹ
Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει πια εξουσία.

Ντύλαν Τόμας
     (εκδ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ / μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας)

....

"Το φεγγάρι κατευνάζει κάποτε/ συνήθως όμως αναστατώνει
θρασύνεται διαστέλλεται στη λαγνική του μαύρου κοινοκτημοσύνη.
Γιατί να μας εφευρίσκει ο θάνατος; …"

-Ν. Καρούζος -

...

δεν έχω απαντήσεις
 μερικές λέξεις φτάνουν

δυο χέρια ζεστά
 να εφευρίσκουν
 μια Πρωτοχρονιά σε κάθε θάνατο μου

κι εξουσία δεν υπάρχει πια 
μόνον ουσία


Ιω



Σημ.: Φωτ. από το διαδίκτυο

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2020

Δημήτρης Χριστόπουλος - Ο σούπερμαν με τη μαύρη μπέρτα





Ο σούπερμαν με τη μαύρη μπέρτα
 του Δημήτρη Χριστόπουλου 
Στη μνήμη του Γιάννη Μπεχράκη


 Εκείνο το καλοκαίρι δεν ήταν καλοκαίρι. Εδώ πάνω έβρεχε βδομάδες ολόκληρες. Λες και ο Θεός ξέχασε ανοιχτές τις βρύσες τ’ ουρανού. Κι ένας στρατός από κάμπιες προχωρούσε σιωπηλός.

Λίγο ακόμα, λέγανε. Λίγο ακόμα.

Σκεφτόμουν τους δικούς μου. Τον προπάππου τον Φιλοκτήτη και τη γιαγιά μου, την Ξάκω. Πάνε χρόνια που φύγανε. Η Ξάκω πρώτη. Ο Φιλοκτήτης αργότερα. Κι απόμεινα εγώ, με μια κάμερα στο χέρι, πουθενά να μην μπορώ να στεριώσω. Πεθαίνουν κάποτε κι οι λέξεις,
 έλεγε ο προπάππους –εκατό πατημένα. Δάσκαλος κάποτε της Αναξαγόρειας Σχολής στα Βουρλά, 
με χίλιους μαθητές παρακαλώ. Κι όταν οι λέξεις ψυχομαχούν και οι φωνές άηχες από το στόμα βγαίνουν, τα λόγια ψεύτικα ακούγονται και το βλέμμα μια συνήθεια θανατηφόρα, μπολιασμένο 
με μπόλικη ματαιότητα.

Λίγο ακόμα, λέγανε. Λίγο ακόμα.

Χθες είδα τον Αινεία. Κουβάλαγε στους ώμους τον ογδοντάχρονο πατέρα του, τον Αγχίση, να τον φυγαδεύσει έξω από την Τροία. Τρεις χιλιάδες χρόνια πέρασαν κι αυτός εκεί. Πεισματάρης. Θα τον σώσω, έλεγε, θα τον σώσω. Αλήθεια σας λέω. Αυτός ήταν. Του μίλησα. Ξέρεις, μου είπε, εδώ που βρίσκεσαι, ο πατέρας γίνεται γιος και ο γιος πατέρας. 
Μου ζήτησε τσιγάρο.

Στις ειδήσεις λένε, όλο αυτό είναι κακοφωνία για τον τόπο. Κακοφωνία που δεν είναι και τόσο κακό να σβηστεί από τον χάρτη. Μαθητής στο σχολείο πήρα δυο μέρες αποβολή. Απειλούσαν και με αλλαγή σχολικού περιβάλλοντος. Στο διάλειμμα άναψα τσιγάρο και με την καύτρα έκαψα τον χάρτη. Τρύπες, παντού τρύπες. Πήρα σκούπα και φαράσι από την καθαρίστρια. Και μια μαύρη σακούλα σκουπιδιών. Σαν αυτή που ντύνει ολόκληρο τούτο το σώμα.  

Λίγο ακόμα, λέγανε. Λίγο ακόμα.

Ήταν η στιγμή που η παράσταση κορυφώθηκε. Η στιγμή που μέρες περίμενα. Τα χέρια μου έτρεμαν. Τα μάτια μου θολά από τα νερά της βροχής. Σχεδόν δεν έβλεπα μπροστά μου. Έκανα τις τελευταίες ρυθμίσεις. Ο φακός ήταν ξαφνικά τα μάτια μου. Το βουητό της βροχής δυνάμωνε. Η υγρασία τρυπούσε τη μύτη μου. Άνοιξα το στόμα να ξεδιψάσω.

Λίγο ακόμα, λέγανε. Λίγο ακόμα.

Δυο σώματα που διασταυρώνονταν. Το μοναδικό κέντρο της δράσης όπου το θέμα και η εικόνα συναντιούνται. 1/500 του δευτερολέπτου. Αυτό είναι! είπα. Να δω τις σταγόνες προτού χαθούν. Ένα ελάχιστο κομμάτι χώρου και χρόνου στο κάδρο για να εισβάλει μέσα η πραγματικότητα. 
Πόσο άραγε διαρκεί μια σταγόνα; Πόσο διαρκεί μια μετέωρη στιγμή; Άκουγα για ώρα το κατακάθι της φωνής μου που έκανε βουτιά στην απώλεια. Ο σούπερμαν με τη μαύρη μπέρτα σώζει όλα τα παιδιά του κόσμου, έλεγα. Πάντα θα υπάρχει ένας ήρωας για τους κυνηγημένους. Και χαμογελούσα.

Σταμάτησε η βροχή. Λίγες στάλες κυλούν ακόμα από την πλαστική σακούλα. Ο άντρας γελάει. Σκύβει και φιλά το παιδί. Κάτι ψιθυρίζει. Το παιδί ονειρεύεται ότι βρίσκεται στα χέρια του σούπερμαν.  
Αφήνω το βλέμμα μου στη βρεγμένη άσφαλτο και φεύγω.  

Λίγο ακόμα, λέγανε. Λίγο ακόμα. Ξημερώνει.

 Δημήτρης Χριστόπουλος 
Στη μνήμη του Γιάννη Μπεχράκη

πηγή:

...

 "Νοιώθω σπίτι μου όλο τον κόσμο, οπουδήποτε υπάρχουν σύννεφα και πουλιά 
και ανθρώπινα δάκρυα."
Ρόζα Λούξεμπουργκ


 (ποίημα αφιερωμένο σ’ αυτήν , του Δημήτρη  Λεοντζάκου)

"Είμαι η Rosa και σας μιλώ απ’ το νερό. Κουτσαίνω. Πονώ. Στο σώμα πονώ. Από πέντε χρονών. 
Κάτι μου έκοψαν, το ένα μου πόδι είναι λειψό και κουτσαίνω. «το α, κομμένο από τη φράση, πέταξε μακριά όπως η μπάλα στο λιβάδι». Μου είπε ο Κάφκα, το πουλί. Ο Κάφκα, το αποδημητικό.

[...]

Με απασχολούν οι Άγγελοι και η πολιτική. διότι είναι υπάρξεις και πονούν αργά, με υπομονή. 
Πονούν στο σώμα που δεν έχουν, όπως κι εγώ. Ό πόνος έξω.

Η Ιστορία. Τα ψηλά πουλιά. Οι Άγγελοι. Ο Κάφκα είναι αμιγώς πολιτικός συγγραφέας.

[...]

Με σκότωσαν το 1919, με πέταξαν μες στο νερό. Ανθίζω αργά. Εν μέρει είπα. Εν μέρει είναι η αλήθεια...

[...]

Αυτό είναι το νερό: ο τάφος της Ρόζας που είναι κενός. Το τελευταίο που τους είπα είναι για την πίστη μου στον κόσμο, στον λαό. Και στην επανάσταση. Τα πράγματα τους έλεγα, πρέπει να σηκωθούν. Σαν άγγελοι. Να πετούν. 
Να πετάξουν σαν Άγγελοι στο νερό."

Δημήτρης Λεοντζάκος, Η αγάπη/τοπία ξανά, Νεφέλη 2018


....

εδώ βρέχει ακόμα
θλίψη απόγνωση ντροπή

εδώ βρέχει ακόμα
αγγέλους που πετούν

πονώ
σε νερό και χώμα

θυμάμαι..


Ιω


Σημ.: Φωτ. του Γιάννη Μπεχράκη

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2020

Μίλτος Σαχτούρης - Αστεροσκοπείο




Αστεροσκοπείο 


Διαρρῆχτες τοῦ ἥλιου
δεν εἶδαν ποτέ τους πράσινο κλωνάρι
δεν ἄγγιξαν φλογισμένο στόμα
δεν ξέρουν τί χρῶμα ἔχει ὁ οὐρανὸς

Σε σκοτεινά δωμάτια κλεισμένοι
δεν ξέρουν ἂν θα πεθάνουν
παραμονεύουν
με μαῦρες μάσκες και βαριά τηλεσκόπια
με τ᾿ ἄστρα στην τσέπη τους βρωμισμένα με ψίχουλα
με τις πέτρες τῶν δειλῶν στα χέρια
παραμονεύουν σ᾿ ἄλλους πλανῆτες το φῶς

Να πεθάνουν

Να κριθεῖ κάθε Ἄνοιξη ἀπό τη χαρά της
ἀπό το χρῶμα του το κάθε λουλούδι
ἀπό το χάδι του το κάθε χέρι
ἀπ᾿ τ᾿ ἀνατρίχιασμά του το κάθε φιλί.


 Μίλτος Σαχτούρης
(Παραλογαίς, 1948, Εκδ. Κέδρος)


..από την έκρηξη του ο κάθε νους
πύραυλος στην καρδιά του στερεώματος
έτσι γεννιούνται τα αστέρια
από παιδικά γέλια ζωσμένα εκρηκτικά
σε συνειδήσεις

Ιω

https://www.youtube.com/watch?v=Jo2tnutccsc


Σημ.: Φωτ. "Νυχτερινό σε μαύρο και χρυσό" (Ένας πύραυλος που πέφτει)
         Τζέιμς Άμποτ ΜακΝίλ Γουίστλερ,1875
         James Abbott McNeill Whistler