όλη η ζωή μικροί ταξιδεμοί
κάθε βήμα.. κάθε βλέμμα
το βιβλίο που θα διαβάσεις
η μουσική που θα ακούσεις·

και η μνήμη
μνήμη μου.. ο μεγαλύτερος..
Ιω

"Και πώς ξέρετε αν, καθώς ταξιδεύω έτσι, δεν έχω πάρει από πίσω, στα σκοτεινά, τον ίδιο μου τον εαυτό;"
(Φερνάντο Πεσσόα -
« Το Βιβλίο της Ανησυχίας»)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλίο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλίο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 28 Σεπτεμβρίου 2017

Ρομαντικός επίλογος - Νίκος Καρούζος



Ρομαντικός επίλογος

Μη με διαβάζετε όταν δεν έχετε
παρακολουθήσει κηδείες αγνώστων
ή έστω μνημόσυνα.
Όταν δεν έχετε
μαντέψει τη δύναμη
που κάνει την αγάπη
εφάμιλλη του θανάτου.
Όταν δεν αμολήσατε αϊτό την Καθαρή Δευτέρα
χωρίς να τον βασανίζετε
τραβώντας ολοένα το σπάγκο.
Όταν δεν ξέρετε πότε μύριζε τα λουλούδια
ο Νοστράδαμος.
Όταν δεν πήγατε τουλάχιστο μια φορά
στην Αποκαθήλωση.
Όταν δεν ξέρετε κανέναν υπερσυντέλικο.
Αν δεν αγαπάτε τα ζώα
και μάλιστα τις νυφίτσες.
Αν δεν ακούτε τους κεραυνούς ευχάριστα
οπουδήποτε.
Όταν δεν ξέρετε πως ο ωραίος Modigliani
τρεις η ώρα τη νύχτα μεθυσμένος
χτυπούσε βίαια την πόρτα ενός φίλου του
γυρεύοντας τα ποιήματα του Βιγιόν
κι άρχισε να διαβάζει ώρες δυνατά
ενοχλώντας το σύμπαν.
Όταν λέτε τη φύση μητέρα μας και όχι θεία μας.
Όταν δεν πίνετε χαρούμενα το αθώο νεράκι.
Αν δεν καταλάβατε πως η Ανθούσα
είναι μάλλον η εποχή μας.
ΠΡΟΣΟΧΗ
ΧΡΩΜΑΤΑ
Μη με διαβάζετε
όταν
έχετε
δίκιο.
Μη με διαβάζετε όταν
δεν ήρθατε σε ρήξη με το σώμα
Ώρα να πηγαίνω
δεν έχω άλλο στήθος.



Νίκος Καρούζος - συλλογή Πενθήματα, 1969
 περιλαμβάνεται στην συγκεντρωτική έκδοση «Νίκος Καρούζος - Τα ποιήματα Α΄ (1961-1978)», 
εκδ. Ίκαρος (ε΄ έκδοση 2013)





σαν σήμερα "απέδρασε"..
όπως αυτοί οι ποιητές που "ξέρουν..και συμφώνησαν  να  φύγουν..
"ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι"..

τα σέβη μου
Ιω

Τρίτη 19 Σεπτεμβρίου 2017

"Η Κόρη της Αβύσσου" - Γιώργης Παυλόπουλος




"Η Κόρη της Αβύσσου"

Στη μνήμη του Φρανσουά, του Κάρολου και του Αρθούρου


Αχτύπητη κι ωραία πάνω στη Γιαμάχα της
κόβει το κρύσταλλο της νύχτας σαν διαμάντι
στην όψη της χορεύουν φλόγες
από την Κόλαση του Δάντη.

Μπαίνει στα μπαρ σεκλετισμένη κι οι νέοι ποιητές
την τρέμουνε και την κερνάνε βότκα και ουίσκι
μα Εκείνη κοιτάζει αόριστα στην πόρτα να φανεί
χλομός ο πρίγκιψ Μίσκιν.

Δεν έχει πού να κοιμηθεί, γυρίζει εδώ κι εκεί
με μια κιθάρα και δισάκι
διαβάζει κάτω από τις γέφυρες
Βιγιόν και Καρυωτάκη.

Όταν πλαγιάζει με τους οικοδόμους στα γιαπιά
το Κοινοβούλιο συνέρχεται εκτάκτως και βελάζει.
Εκείνη ονειρεύεται τη μάνα Επανάσταση
όλους να μας θηλάζει.

Κόβει με όνειρο τις φλέβες της
για να τη βλέπουνε της νύχτας οι καθρέφτες
για να παγώνει μέσα της ο κόσμος ο κακός
οι μαστροποί κι οι κλέφτες.

Ανοίγει τα συρτάρια επιδόξων συγγραφέων
με του διαβόλου τ’ αντικλείδια
κλέβει τα αισθηματικά τους κείμενα
και τα πετάει στα σκουπίδια.

Κάποτε κλαίει σαν παιδί
χώνοντας το πρόσωπο στη γούνα του ανέμου
κι άλλοτε είκοσι χιλιάδες λεύγες κάτω από τη θάλασσα
ψάχνει για το υποβρύχιο του πλοιάρχου Νέμου.

Στο άχτιστο φως της λέξης μένει εκστατική
με δέος, ηδονή και τρόμο
στα βάθη της λογοτεχνίας χάνεται
χωρίς επιστροφή, χωρίς να βρίσκει δρόμο.

Την ποθούν, μα τους περιφρονεί
τους δήθεν εραστές του απολύτου
το γκόλφι* της το χάρισε σ’ έναν τρελό τραγουδιστή
για ένα πικρό φιλί του.

Κι εμένα όταν μου λέει «Πάρε με»
τα παίζει όλα, η θεατρίνα,
με προκαλεί ποζάροντας
σαν μια πουτάνα σε βιτρίνα.

Κι όταν μου λέει «Πεθαίνω εγώ για σένα»
εγώ δεν την πιστεύω
την άπιαστη ομορφιά της με θλίψη καρχαρία
σε μαύρη άβυσσο γυρεύω.

Αχτύπητη κι ωραία καβάλα στη Γιαμάχα της
σκίζει τις διαβάσεις του μυαλού μου σαν πριονοκορδέλα
πηδάει τους τάφους των ονείρων μου
τ’ αγάλματα και την παλιά μου ομπρέλα.

Με παίρνει πισωκάπουλα στη σέλα της
κι εγώ την αγκαλιάζω από τη μέση
γέρνω γλυκά στην πλάτη της
κλείνω τα μάτια και μ’ αρέσει.

Και μ’ ανεβάζει ανάλαφρα στον ουρανό
κι από τον ουρανό με κατεβάζει κάτου
μπαίνουμε στο βαρέλι και μαρσάροντας
γυρίζουμε γυρίζουμε το γύρο του θανάτου.

Γιώργης Παυλόπουλος(1924-2008)
(Ποιητής της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς)
Που είναι τα πουλιά; -2004

* το γκόλφι: φυλαχτό(σταυρουδάκι) που φοριέται στο λαιμό


να ανοίγεις τις πόρτες της ποίησης με  ο,τι αντικλείδια βρεις..
κι ας χαθείς..
Ιω

Κυριακή 3 Σεπτεμβρίου 2017

Τα μάτια της Μαγαρίτας - Ν.Βρεττάκος




ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΣ

Βρήκα μέσα στα μάτια σου τα βιβλία που δεν έγραψα·
πεδιάδες, δάση, πολιτείες, ορίζοντες, κανάλια.
Βρήκα τ’ αυτοκρατορικά όρη της γης κι απάνω τους
τις δύσες με τα κόκκινα σύννεφα. Τα μεγάλα
ταξίδια που δεν έκαμα βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα μέσα στα μάτια σου τους γελαστούς μου φίλους
που μου τους σκέπασεν η γης, η χλόη, το χιόνι, η νύχτα.
Τα λόγια που θα μου ’λεγαν βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Όσους σταυρούς δεν έμπηξαν στη γης μετά τις μάχες,
μακριές σειρές, ανώνυμους σταυρούς, πάνω και κάτω,
τους σταυρούς όλων των εθνών, βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα μέσα στα μάτια σου τον πόλεμο τελειωμένο.
Πουλάκια και ήλιος στα κλαδιά! Το παιδικό μου σύμπαν
με τις χρυσές του ζωγραφιές βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα τους μελαγχολικούς γήλοφους της πατρίδας μου
να στέκονται μες στη σιωπή σα ν’ ακούσανε τη φωνή μου.
Έρχομαι! Ως να τους φώναξα «έρχομαι», να κουνάνε
τις ταπεινές τους κουμαριές, βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα μέσα στα μάτια σου τις νύχτες να κυλάνε
μεγάλους ποταμούς σιωπής, όπως στα έξη μου χρόνια.
Της θλίψης την αστροφεγγιά, βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα μέσα στα μάτια σου τον κόσμο να με θυμάται
κι όλα όσα γνώρισα παιδί να με φωνάζουν με τ’ όνομά μου.
Της δικαιοσύνης τη σκηνή, την καλοσύνη που έγνεφε
να πλησιάσουν τα βουνά, βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα την αιωνιότητα του ήλιου ανανεωμένη.
Τη χλόη, τ’ αστέρια, την αυγή. Στ’ άσπρα σαν την Ειρήνη
ντυμένη τη μητέρα μου, βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Αν ήτανε όλα εδώ πιο απλά, όπως η «καλημέρα»
κι η «καληνύχτα», όπως το φως στα τζάμια την αυγή,
αν ήτανε όλα εδώ πιο απλά, τότε, σ’ αυτό τον κόσμο,
θε να ’χαμε ένα απέραντο σπίτι. Θε να ’μαστε άγγελοι.
Το αιώνιο μου παράπονο βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Νικηφόρος Βρεττάκος
Το Βιβλίο της Μαργαρίτας (1949)
ΟΔΟΙΠΟΡΙΑ, Α΄. 1929 – 1957 


να βλέπεις..
να κοιτάς..
να αντικρίζεις..

να μιλάς συχνά..με τα μάτια..
να ακούς συχνότερα με αυτά..
Ιω


Κι αν τα μάτια σου 
Στίχοι:  Άκος Δασκαλόπουλος -Μουσική:  Μάνος Λοΐζος

Μάτια μου
μουσική και στίχοι-Μάκης Σεβίλογλου

Μάτια μου
μουσική και στίχοι-Ορφέας Περίδης

Κλείσε τα μάτια σου
Στίχοι, Μουσική: Νίκος Πορτοκάλογλου

Χρώμα δεν αλλάζουνε τα μάτια - Γεράσιμος Ανδρεάτος
Στίχοι: Μιχάλης Γκανάς, Μουσική: Δημήτρης Παπαδημητρίου


https://www.youtube.com/watch?v=4iMGiCI5Jm8
Μάτια δίχως λογική
Στίχοι: Ισαάκ Σούσης, Μουσική: Λαυρέντης Μαχαιρίτσας




Τετάρτη 27 Μαΐου 2015

"Ο άλλος στρατιώτης"..




Ο άλλος στρατιώτης



Θα παλέψω να μείνω υπήκοος πιστός 

του απάνω κόσμου, ως το τέλος. Να μείνω

ως το τέλος στρατευμένος του σύμπαντος

εν στολή αγάπης και ποίησης. Να ακολουθώ,

πορευόμενος, τον ήλιο, ως το τέλος.




Νικηφόρος Βρεττάκος -Εκκρεμής  Δωρεά- εκδ. Τρία φύλλα -1986





να παλεύεις..
να αγωνίζεσαι..
να πορεύεσαι..

Ιω

Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2014

"λικνίζοντας..το άπειρό σου.."





"Ο γύρος της φυλακής"

(μια μικρή επισκόπηση.. του βιβλίου..)

 "... Ο Καβάφης", γράφει η Γιουρσενάρ, "θυμίζει στον ταξιδιώτη του 
ότι δεν θα βγει από τον τόπο της καταγωγής του, ότι όπου κι αν πάει, 
η πόλη του θα τον ακολουθεί. 
Ο άνθρωπος του Μπωντλέρ, όπου και αν πηγαίνει, 
απλώς λικνίζει το άπειρό του 
στις πεπερασμένες θάλασσες ...
όμως ο ίδιος αυτός Μπωντλέρ που τόσο συχνά περιφρονεί το ταξίδι, 
αναγνώρισε τη σχεδόν άλογη επιθυμία που υπολανθάνει 
σε όλους μας...
 μια ανάγκη αποδημίας, μια ζωτική ανάγκη να νιώσει 
ότι βρίσκεται αλλού..
.Αλλά πραγματικοί ταξιδευτές είναι μονάχα εκείνοι που φεύγουν ..
Για να φύγουν- ανάλαφρες καρδιές που μοιάζουν με μπαλόνια... 
Από τη μοίρα τους ποτέ δεν ξεφεύγουν..."
 Όλοι μας ταξιδεύουμε. Το θέμα είναι τι βλέπουμε, τι γυρεύουμε σ ένα ταξίδι 
και τι αποκομίζουμε απ αυτό. 
Λίγα χρόνια πριν από το θάνατό της η Γιουρσενάρ ένιωσε την ανάγκη να ταξιδέψει, 
"να κάνει το γύρο της φυλακής της"...

Μαργκερίτ Γιουρσενάρ* - Ο γύρος της φυλακής

 Η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ (φιλολογικό ψευδώνυμο-αναγραμματισμός του επωνύμου της, το πραγματικό της όνομα ήταν Marguerite Ghislaine Cleenewerck de Crayencour) ήταν Γαλλίδα συγγραφέας και ποιήτρια. Μάλιστα ήταν η πρώτη γυναίκα ακαδημαϊκός.(αναγορεύτηκε μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας το 1980). Έτρεφε μεγάλη αγάπη για την Ελλάδα και τον ελληνικό πολιτισμό.
Προτεινόμενα έργα της: Φωτιές, 1936, - Τα όνειρα και οι μοίρες, 1938,  - Διηγήματα της Ανατολής, 1938, - Η χαριστική βολή, 1939, -Αδριανού Απομνημονεύματα, 1951,  -Θέατρο Ι και ΙΙ (1971),  -
Η άβυσσος, 1976, - Τί; Η αιωνιότητα, 1988





ταξιδεμός.. 
πάντα θα "φεύγω"..για να βρίσκω χίλιους δύο ..λόγους.. να επιστρέφω..
πάντα.. ως άλλος άνθρωπος..του Μπωντλέρ..
"θα λικνίζω το άπειρό μου..στις πεπερασμένες..θάλασσες..
υποκύπτοντας..σε άλογες επιθυμίες.. και ζωτικές ανάγκες.."
μα..πάντα οι θάλασσες..θα με γυρίζουν..
στην ίδια ακρογιαλιά..
χρόνια τώρα..


να ταξιδεύεις..
να χαμογελάς..
να εύχεσαι..

Ιω



Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2014

Ελευθερία..χρόνια..τώρα..


σκέψεις .. 
επηρεασμένη απ'τη σημερινή γιορτή..

"Ελευθερία"..
υπάρχει...;
ουσιαστική.. ελευθερία..

ή η ψευδαίσθησή της.. ξεγελά..τόσο υπέροχα..
όσο ακούγεται..η λέξη..;

είσαι ελεύθερος.. 
καθώς..ανοίγεις..το πρωί.. τα μάτια σου..;
 νιώθεις ελεύθερος..
να κάνεις..αυτό που πραγματικά θέλεις..
αυτό που αγαπάς..
αυτό..που λαχταράς..;
είσαι ελεύθερος..να ζήσεις τη ζωή που επέλεξες..;

χα.!.έστω.. να "ψηφίσεις"...αυτούς που επέλεξες..
χωρίς..την απειλή..να πέσει ο ουρανός στο κεφάλι σου..;
να έχεις.. ΕΣΥ.. την  "ελευθερία" επιλογής..
και όχι  να "παίρνεις πακέτο"..αυτό που άλλοι επέλεξαν για σένα..;

και ..όταν δεν υπάρχει..κάτι να επιλέξεις.. στον κόσμο των τυφλών.;
που πάει..η ελευθερία σου..;
που εξαντλείται..; στον .."μονόφθαλμο"...;

μη βιαστείς να απαντήσεις..
σκέψου..
συλλογίσου..

"όποιος ελεύθερα συλλογάται, συλλογάται καλά"..
είπε ο Ρήγας Φεραίος..
μήπως δεν συλλογιζόμαστε πλέον ελεύθερα..
γι'αυτό.. δεν πάμε καλά..;

μήπως..
η μόνη και ουσιαστική ελευθερία
που μας απέμεινε..
είναι..
σε ποια χωράφια..
θα επιλέξουμε να μπήξουμε..
τους πασσάλους της σκλαβιάς μας..;

Ο Albert Camus έλεγε..
"Ελεύθερος είναι εκείνος που μπορεί να ζει χωρίς να λέει ψέματα."

χμμ λες..;
πόσα ψέματα λέμε καθημερινά..;
πόσο παραμυθιάζουμε..
την Αυτού Μεγαλειότης..
τον εαυτό μας..;
πόσα καταπίνουμε..
στο βωμό του ξεβολέματος..;


κλείσε τα πάντα..
καθάρισε το μυαλό σου..
άδειασέ το από τα πάντα..
το μόνο που οφείλεις να κρατήσεις ανοιχτό..
είναι το παράθυρο στη γνώση..
ψάξε..διάβασε.. επιλεξε..
κάνε την αρχή..
ψάχνοντας την αλήθεια..

"η αλήθεια απελευθερώνει.."
ξεκίνα απ'το λάθος...


"Η αλήθεια είναι πάντοτε παράλογος, 
και διά τούτο δεν την λέγουσι ποτέ οι φρόνιμοι και ηλικιωμένοι άνθρωποι, 
αλλά την ομολογούσιν οι μεθυσμένοι, οι τρελλοί, οι άρρωστοι και τα μικρά παιδία."
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης,  
(«Οι Έμποροι των Εθνών»)


παιδιά.. να ξαναγίνουμε..δύσκολο..
άρρωστοι...(μακριά από εμάς)..δεν το ευχόμαστε..
μεθυσμένοι.. βλάπτει..στο συκώτι..
μήπως.. να το ρίξουμε λίγο..
στην τρέλα..;

τουλάχιστον ως τρελοί.. 
έχουμε..το ακαταλόγιστο..
να φωνάξουμε ..
"με αρετή και τόλμη"..

Ζήτω.. η ελευθερία..!!
και να το πιστεύουμε..με όλη τη δύναμη..
της ψυχής μας..


Ιω


Παρασκευή 31 Οκτωβρίου 2014

" η πάλη και ο ελλανόδικος"





Η πάλη και ο ελλανόδικος

Πάλεψα με τη μοίρα σώμα με σώμα.
Προσπαθούσε να μου αφαιρέσει το πρόσωπο.
Και τόσο πολύ χτυπήθηκα, που,
όπως βάδιζα ακούγονταν
σαν σπασμένα γυαλιά τα κόκαλα μέσα μου.
Αυτή τη στιγμή δεν ξέρω σε ποιο σημείο
βρισκόμαστε σε νίκη ή σε ήττα.
Άλλωστε ο ελλανόδικος ήλιος
μας κρίνει ακόμη. 
Γιατί, ως την ώρα, κανείς από τους δυο μας 
δεν παραδόθηκε.


Νικηφόρος Βρεττάκος - Εκκρεμής Δωρεά -  


να ακούς..
να παλεύεις..

Ιω

Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2014

ο καιρός των βροχών..



σε κάποια νησιά..
το καλοκαίρι..δεν βρέχει ποτέ..
πιάνεις Ιούνη..
και ξεκινά η "δίψα"..
ούτε σταγόνα.. ούτε χάδι..ούτε μυρωδιά..
ούτε ουράνια τόξα..
και οι μέρες περνούν..στεγνές..
λιάζοντας ψυχή και κορμί..
σε σχοινιά..κρεμασμένα..
στου Αιγαίου τις μπουγάδες..

και φτάνεις.. Οκτώβρη..
ευλογημένος μήνας..
ανοίγεις..τα μάτια ένα πρωί..
και η μυρωδιά βρεγμένου χώματος
σου χαϊδεύει τα ρουθούνια..

επιτέλους ψιθυρίζεις..
επιτέλους θα πιω..
θα ξεδιψάσω..
αισθήσεις μηνών κρυμμένες..

και κλείνεις τις μουσικές..
να ακούσεις άλλες.. μελωδικότερες..
και κρατάς ορθάνοιχτα τα μάτια..
μη τυχόν και χάσεις κάποια απόχρωση του Ουρανού..
σαν χύνεται στη θάλασσα..
φοράς γαλότσες..
και βγαίνεις έξω..
να νιώσεις τις σταγόνες στο πρόσωπο..
στα χείλη..
να αισθανθείς..

να μυρίσεις..
βρεγμένο ξύλο..
βρεγμένα φύλλα..
βρεγμένες...ψυχές.. χαμένες..

και κουλουριάζεσαι στην πιο ζεστή γωνιά σου..
 ξαναδιαβάζεις..τα πιο αγαπημένα βιβλία...
ξαναγεύεσαι τους πιο γευστικούς αχνιστούς καφέδες...
αποτραβιέσαι...
στην αδήριτη ανάγκη..να κοιτάξεις.. μέσα σου..
σε χώρους κρυπτικούς..
να αφεθείς.. 
σε αφύσικες παραξενιές.. να ξαναβρεθείς..

χωρίς καν την επιθυμία ..
να γράψεις..
να κρυφτείς.. πίσω.. από συντακτικά σχήματα..
και λέξεις..που γλιστρούν..
στα χέρια..

ώσπου...
να βγεις.. στην επιφάνεια.. ξανά..
σύμμετρος.. πλέον..
έχοντας.. μέσα...
στον καιρό των βροχών..
.. ορίσει.. εκ νέου..
εαυτό..


ήρθε.. ο καιρός των βροχών..
για μένα..
θα πάρει.. όσο πάρει...

εις το επανιδείν..

Ιω

Παρασκευή 17 Οκτωβρίου 2014

"Υπέροχο"..






ΚΑΝΤ

ΥΠΕΡΟΧΟ (ΥΨΗΛΟ)

(απόσπασμα) 

 "το αίσθημα του Υπέροχου (Υψηλού) συνεπάγεται το βίωμα του μη πεπερασμένου. Αυτό που προκαλεί το αίσθημα αυτό είναι η αγριότητα, το χάος, η αταξία και η ερήμωση."

Ονομάζουμε υπέροχο (Υψηλό) αυτό που είναι απόλυτα μεγάλο. Η ικανότητα της φαντασίας να αντιληφθεί ολόκληρη την παράσταση με μία και μόνη εποπτεία έχει ένα ανώτερο όριο. Το αντικείμενο του οποίου το αισθητό ή το νοητό μέγεθος ωθεί την ικανότητα της φαντασίας ως τα όριά της είναι απόλυτα μεγάλο( υποκειμενικά): φτάνει στα όρια που νιώσαμε και εμφανίζεται σαν να ήταν άπειρο.
 Η "φύση" λέει ο Καντ" είναι υπέροχη σε εκείνα τα φαινόμενα της, των οποίων η εποπτεία παρέχει 
την Ιδέα της απειρότητάς τους". Όταν γεννιέται αυτή η Ιδέα, ο Λόγος απαιτεί να αποδοθεί ως ολοκληρωμένη ολότητα, να παρασταθεί ως δυνατή εμπειρία. Προσπαθώντας να το ικανοποιήσει, η φαντασία φτάνει στα όρια των δυνατοτήτων της, αποκαλύπτει την αποτυχία και την ακαταλληλότητά της, όταν συγκρίνεται με τις απαιτήσεις του Λόγου, και μας κάνει αντιστικτικά να αντιληφθούμε τη μεγαλοπρέπεια του ίδιου του Λόγου. Έτσι γεννιέται το αίσθημα του Υπέροχου (Υψηλού).

Η χαρά και η ανάταση που νιώθουμε στην παρουσία του Υπέροχου (Υψηλού) είναι η φυσική ανθρώπινη ηδονή που νιώθουμε όταν μας υπενθυμίζουν ότι διαθέτουμε "μια νοητική ικανότητα που υπερβαίνει κάθε μέτρο της αίσθησης". Το συναίσθημα του Υπέροχου (Υψηλού) εμπεριέχει μια οδύνη, τη συναίσθηση της διαφοράς ανάμεσα στη φαντασία και το Λόγο, αλλά μετασχηματίζεται σε ηδονή, επειδή αντανακλά τη μεγαλοσύνη του Λόγου. Έτσι το Υπέροχο (Υψηλό) μας συγκινεί, δεν μας φέρνει σε κατάσταση "ήρεμης θέασης" όπως το ωραίο. Το συναίσθημά μας έχει κάποια ομοιότητα με το σεβασμό μας για τον ηθικό νόμο. Το "υπέροχο αντικείμενο, μολονότι το ίδιο δεν έχει καμία τελικότητα  μας γνωστοποιεί μια υποκειμενική τελικότητα στη χρήση της γνωστικής λειτουργίας μας". Ο Λόγος δεν μας παρέχει υπεραισθητές γνώσεις, αλλά παίζει το ρόλο του ρυθμιστή των πράξεων της διανοίας πάνω στην αίσθηση, απαιτώντας να υπάρξει στο σύστημα των γνώσεων μας μια πληρότητα που θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνον αν ξεπερνούσαμε τα όρια του φαίνεσθαι και φτάναμε ως τα πράγματα καθ' εαυτά. Η μεγαλοσύνη μας, ως έλλογων όντων, είναι ότι εκτιμάμε και χαιρόμαστε το Υπέροχο (Υψηλό).

(Παρατηρήσεις πάνω στο αίσθημα του ωραίου και του υπέροχου. Μετάφρ. Χάρης Τασάκος.
 "Printa", Αθ. 1999)




Το ωραίο γοητεύει...
απλά..

το ΥΠΕΡΟΧΟ.. ταράσσει.

επέμενε..ο Ιμμάνουελ Καντ

κάνοντας εμάς.. τους "αδαείς."

να αναφωνούμε..

"υπέροχο"..;



να βρίσκεις το χρόνο..
να ανακαλύπτεις.. το "υπέροχο"..
όχι απλά το ωραίο..

Ιω

Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2014

"Όλος ο κόσμος, ένας κόσμος, γύφτος"..






απόσπασμα από
Ο Δωδεκάλογος Του Γύφτου

ΛΟΓΟΣ   Ζ'
ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΤΗΣ ΚΑΚΑΒΑΣ


...

Κι αν µας έλεγες:«Γύφτοι, θα γυρίσετε
στην πρώτη σας κοιτίδα την ξεχειλιστή
απ' τη ζωή που δίχως µετρηµό διαβαίνει
και σύνορα δεν έχει, ανάκατα όλα της,
απ' τα βουνά ώς τα χόρτα, όλα γιγάντικα,
κι όλα ένα ξαφνισµα σα να τα δένει,

η πρώτη σας πατρίδα σάς προσµένει εκεί
να σας δώσει τη δόξα την απάντεχη
πόδωκε σε σοφούς και ηρώους, ω σκηνίτες,
θρονιά µαxαραγιάδων να σας στήσει,
και να σας προσκυνήσει λωτοστέφανους
µε τους πανάγιους ασκητές και τους προφήτες.»

Και τότε θα σου κράζαµε:«Δε θέλουµε,
το πανηγύρι µη χαλάς· γιορτάζουµε
το συντριµµό των αλυσίδων,
ό,τι κι αν είναι, από διαµάντια ή από σίδερα·
οι τρανοί λυτρωµένοι είµαστ' εµείς.
Γιούχα και πάντα γιούχα των πατρίδων!»

Κι αν πέσαµε σε πέσιµο πρωτάκουστο
και σε γκρεµό κατρακυλίσαµε
που πιο βαθύ καµιά φυλή δεν είδε ώς τώρα,
είναι γιατί µε των καιρών το πλήρωµα
όµοια βαθύ έν' ανέβασµα µας µέλλεται
προς ύψη ουρανοφόρα.

Το γένος το µοιρόγραφτο είµαστε
που θα σκοτώσει τις πατρίδες·
του κόσµου η Μάγια, η ακριβή του Βράµα,
θα υφάνει µε τα χέρια της, χαρά
κι ανθρώπων και θεών, το έργο της,
το πιο ξαφνιστικό της θάµα.

Όλος ο κόσµος, ένας κόσµος, γύφτος,
σε δόξας θρόνο απάνω, πλάστης,
µε το σφυρί του και µε το βιολί,
της αψεγάδιαστης Ιδέας· η πλάση
σε περιβόλι του Μαγιού ένα πανηγύρι,
και µια πατρίδα η Γη.

Κι ο κόσµος θα διαλέξει κάποιον Άτλαντα
ή κάποιον Άθω να σκαλίσει απάνω του,
µεγαλοφάνταστος τεχνίτης, το άγαλµά µας·
και θ' ανατείλει στ' ουρανού τα τρίσβαθα
πρωτόφαντο άστρο ξενοχάραγο,
κι ο κόσµος θα το πει µε τ' όνοµά µας!»


Κωστής Παλαμάς




η πατρίδα δεν είναι λέξη..
είναι σφυγμός στο αίμα..
χωρίς.. σφυγμό.. μπορείς να ζήσεις..;

τότε γιατί την λησμονείς.. κάθε μέρα..


να αγωνίζεσαι..
να νοιάζεσαι..
να θυμάσαι..


να χαμογελάς..

Ιώ

Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2014

"Τείχη"..



Τείχη

Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.

Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·

διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
A όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.

Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω. 


Κ.Π.Καβάφης

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984) 





έχουμε πολλά σκοτάδια.. να φωτίσουμε..
πολλές σκιές.. να πολεμήσουμε..
πολλούς ανεμόμυλους να διαλύσουμε..
για να βρούμε εαυτό..


να αγωνίζεσαι..
να χαμογελάς..

Ιω

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2014

απλά.. και αγαπημένα..








Το νόημα της απλότητας 

Πίσω από απλά πράγματα κρύβομαι, για να με βρείτε

αν δε με βρείτε, θα βρείτε τα πράγματα,
θ’ αγγίξετε εκείνα που άγγιξε το χέρι μου,
θα σμίξουν τα χνάρια των χεριών μας.
H κάθε λέξη είναι μια έξοδος
Για μια συνάντηση πολλές φορές ματαιωμένη
Πάντα η σιωπή μένει γονατισμένη
Και τότε μια λέξη αληθινή,
Σαν επιμένει στη συνάντηση.


Γιάννης Ρίτσος





Όλα σε θυμίζουν - στίχοι Μανώλης Ρασούλης, μουσική Μάνος Λοίζος



να σιγοτραγουδάς..

καλημέρα

Ιω

Τετάρτη 17 Σεπτεμβρίου 2014

"με κάτι το άπιαστο.."




"Όλα γνώριμα και ήσυχα. Κάθε ήχος, κάθε φτερούγισμα, κάθε θρόισμα των φύλλων, που πέφτουν, σου φαίνεται βροντερό, σε συνταράζει από κάποιο φόβο, μα αμέσως πάλι βουλιάζει στη σιγαλιά, που έχει απλωθεί κι έχει αγκαλιάσει όλη τη γη και σου γεμίζει τα στήθια.
Σε τέτοιες στιγμές, γεννιούνται εξαιρετικά καθαρές, ανάλαφρες σκέψεις, μα λεπτές, διάφανες, 
σαν αράχνη, από ασύλληπτα λόγια. Ανάβουνε και σβήνουνε σαν τα πεφταστέρια 
στον ουρανό, φλογίζοντας την ψυχή, θλιμμένα, με κάτι το άπιαστο,
 την χαϊδεύουνε, τη νανουρίζουνε, τη διεγείρουν, 
και, ξαφνικά αυτή βράζει και λειώνει, σα μέταλλο,
 και παίρνει το σχήμα της για όλη σου τη ζωή,
 εδώ δημιουργείται το πρόσωπό της."

απόσπασμα από "Τα παιδικά χρόνια" - Μαξίμ Γκόργκι  


River Flows In You (orchestral version) - Yiruma


πόσο μοιάζει η ψυχή με το νερό..

να ξεδιψάς..
Ιω

Τετάρτη 13 Αυγούστου 2014

η άλλη φωνή..






Η άλλη φωνή


"Υπάρχουν φωνές που τις όρισε

η μοίρα να είναι ταυτόσημες

με το φως, καθαρές σαν την πρώτη

ύλη που πλάστηκε με αυτήν

στον παράδεισο το πρώτο λουλούδι

(οι φωνές των ποιητών

φωνή του Θεού, που τυχαίνει

σπάνια να ακούγεται)"


Νικηφόρος Βρεττάκος





Αυτό το Φως δε λιγοστεύει - Άλκηστις Πρωτοψάλτη
στίχοι Μιχάλης Γκανάς, μουσική Νίκος Αντύπας





να γυρεύεις το φως..
Ιω

Σάββατο 9 Αυγούστου 2014

"Η σιγή"...





Η ΣΙΓΗ 
  (απόσπασμα από Ασκητική - SALVATORES DEI )
Νίκος Καζαντζάκης


"Μια Φλόγα είναι η ψυχή του ανθρώπου· ένα πύρινο πουλί, πηδάει από κλαρί σε
κλαρί, από κεφάλι σε κεφάλι, και φωνάζει: "∆εν µπορώ να σταθώ, δεν µπορώ να
καώ, κανένας δεν µπορεί να µε σβήσει!" 
∆έντρο φωτιά γίνεται ολοµεµιάς το Σύµπαντο. Ανάµεσα από τους καπνούς κι από τις
φλόγες, αναπαµένος στην κορυφή της πυρκαγιάς, κρατώ αµόλευτο, δροσερό, 
γαλήνιο, τον καρπό της φωτιάς, το Φως. 
Από την αψηλή τούτη κορυφή κοιτάζω την κόκκινη γραµµή που ανηφορίζει· 
τρεµάµενο αίµατερό φωσφόρισµα, που σούρνεται σαν έντοµο ερωτεµένο µέσα από
τους αποβροχάρικους γύρους του µυαλού µου. 
Εγώ, ράτσα, άνθρωποι, γης, θεωρία και πράξη, Θεός, φαντάσµατα από χώµα και
µυαλό, καλά για τις απλοϊκές καρδιές που φοβούνται, καλά για τις ανεµογγάστρωτες
ψυχές που θαρρούν πως γεννούνε. 
Από που ερχόµαστε; Που πηγαίνουµε; Τι νόηµα έχει τούτη η ζωή; φωνάζουν οι
καρδιές, ρωτούν οι κεφαλές, χτυπώντας το χάος. 
Και µια φωτιά µέσα µου κίνησε ν' απαντήσει. Θα 'ρθει µια µέρα, σίγουρα, η φωτιά να
καθαρίσει τη γης. Θα 'ρθει µια µέρα, σίγουρα, η φωτιά να εξαφανίσει τη γης. Αυτή
είναι η ∆ευτέρα Παρουσία. 
Μια γλώσσα πύρινη είναι η ψυχή κι αγλείφει και µάχεται να πυρπολήσει τον
κατασκότεινο όγκο του κόσµου. Μια µέρα όλο το Σύµπαντο θα γίνει πυρκαγιά. 
Η φωτιά είναι η πρώτη κι η στερνή προσωπίδα του Θεού µου. Ανάµεσα σε δυο
µεγάλες πυρές χορεύουµε και κλαίµε. 
Λαµποκοπούν, αντηλαρίζουν οι στοχασµοι και τα κορµιά µας. Γαλήνιος στέκουµαι
ανάµεσα στις δυο πυρές κι είναι τα φρένα µου ακίνητα µέσα στον ίλιγγο και λέω: 
Πολύ µικρός είναι ο καιρός, πολύ στενός είναι ο τόπος ανάµεσα στις δυο πυρές, πολύ
οκνός είναι ο ρυθµός ετούτος της ζωής· δεν έχω καιρό, δεν έχω τόπο να χορέψω! 
Βιάζουµαι! 
Κι ολοµεµιάς ο ρυθµός της γης γίνεται ίλιγγος, ο χρόνος εξαφανίζεται, η στιγµή
στροβιλίζεται, γίνεται αίωνιότητα, το κάθε σηµείο -θες έντοµο, θες άστρο, θες Ιδέα· 
γίνεται χορός. 
Ήταν φυλακή, κι η φυλακή συντρίβεται κι οι φοβερές δυνάµες µέσα λευτερώνουνται
και το σηµείο δεν υπάρχει πια! 
Ο ανώτατος αυτός βαθµός της άσκησης λέγεται: Σιγή. Όχι γιατί το περιεχόµενο είναι
η ακρότατη άφραστη απελπισία για η ακρότατη άφραστη χαρά κι ελπίδα. Μήτε γιατί
είναι η ακρότατη γνώση, που δεν καταδέχεται να µιλήσει, για η ακρότατη άγνοια, πουδεν µπορεί. 
Σιγή θα πει: Καθένας, αφού τελέψει τη θητεία του σε όλους τους άθλους, φτάνει πια
στην ανώτατη κορφή της προσπάθειας· πέρα από κάθε άθλο, δεν αγωνίζεται, δε
φωνάζει· ωριµάζει αλάκερος σιωπηλά, ακατάλυτα, αιώνια µε το Σύµπαντο. 
Αρµοδέθηκε πια, σοφίλιασε µε την άβυσσο, όπως ο σπόρος του αντρός µε το
σπλάχνο της γυναίκας. 
Είναι πια η άβυσσο η γυναίκα του και τη δουλεύει, ανοίγει, τρώει τα σωθικά της, 
µετουσιώνει το αίµα της, γελάει, κλαίει, ανεβαίνει, 
κατεβαίνει µαζί της, δεν την αφήνει! 
Πώς µπορείς να φτάσεις στο σπλάχνο της άβυσσος και να την καρπίσεις; Αυτό δεν
µπορεί να ειπωθεί, δεν µπορεί να στριµωχτεί σε λόγια, να υποταχτεί σε νόµους· 
καθένας έχει και τη λύτρωση τη δική του, απόλυτα ελεύτερος. 
∆ιδασκαλία δεν υπάρχει, δεν υπάρχει Λυτρωτής που ν' ανοίξει δρόµο. 
∆ρόµος ν' ανοιχτεί δεν υπάρχει. 
Καθένας, ανεβαίνοντας απάνω από τη δική του κεφαλή, 
ξεφεύγει από το µικρό, όλο απορίες µυαλό του. "




"∆εν µπορώ να σταθώ, δεν µπορώ να καώ, 
κανένας δεν µπορεί να µε σβήσει!"

να σέβεσαι το "Σύμπαντο"
για να σε σέβεται και αυτό..

Ιω

Πέμπτη 7 Αυγούστου 2014

ο ποιητής..είναι..



Το έργο των ποιητών

"Οι ποιητές κατοικούν έξω απ’το φόβο.
Κι όπως ο ήλιος φωτίζει απ’ευθείας, κι εκείνοι: μιλούν
απ’αυθείας. Παλάμη δεν δύναται να τους κλείσει το στόμα,
να δεσμεύσει το θείο τους πάθος.
Γνωρίζοντας από τί πάστα γίνονται οι βασιλιάδες, ξέρουν
να διαχωρίζουν του Θεού τους νόμους, απ’τους νόμους τους.
Επαναλαβαίνουνε, όπως το σύνθημα οι φύλακες,
την αλήθεια που απαγορεύεται.

Ο ποιητής
είναι το πνεύμα της γης που σηκώνεται όταν
γίνεται σκότος και λάμπει όπως ένα κομμάτι αστραπής
 σε μεγάλο ύψος τη νύχτα."

Ν. ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ



Balmorhea - Truth


να αγαπάς την αλήθεια..
να προσπαθήσεις.. και εσύ.. να "ποιήσεις"..
"ένα κομμάτι αστραπής..στο σκοτάδι.."


με σεβασμό..  
στην Εντέλεια και στο Φως..

Ιω

Τρίτη 5 Αυγούστου 2014

"Μια προσταγή..Γκρεμίστε"..




Ὁ γκρεμιστής

"Ἀκοῦστε. Ἐγὼ εἶμαι ὁ γκρεμιστής, γιατί εἶμ᾿ ἐγὼ κι ὁ κτίστης,
ὁ διαλεχτὸς τῆς ἄρνησης κι ὁ ἀκριβογιὸς τῆς πίστης.
Καὶ θέλει καὶ τὸ γκρέμισμα νοῦ καὶ καρδιὰ καὶ χέρι.
Στοῦ μίσους τὰ μεσάνυχτα τρέμει ἑνὸς πόθου ἀστέρι.
Κι ἂν εἶμαι τῆς νυχτιᾶς βλαστός, τοῦ χαλασμοῦ πατέρας,
πάντα κοιτάζω πρὸς τὸ φῶς τὸ ἀπόμακρο τῆς μέρας.
ἐγὼ ὁ σεισμὸς ὁ ἀλύπητος, ἐγὼ κι ὁ ἀνοιχτομάτης·
τοῦ μακρεμένου ἀγναντευτής, κι ὁ κλέφτης κι ὁ ἀπελάτης
καὶ μὲ τὸ καριοφίλι μου καὶ μὲ τ᾿ ἀπελατίκι
τὴν πολιτεία τὴν κάνω ἐρμιά, γῆ χέρσα τὸ χωράφι.
Κάλλιο φυτρῶστε, ἀγκριαγκαθιές, καὶ κάλλιο οὐρλιάστε, λύκοι,
κάλλιο φουσκῶστε, πόταμοι καὶ κάλλιο ἀνοῖχτε τάφοι,
καί, δυναμίτη, βρόντηξε καὶ σιγοστάλαξε αἷμα,
παρὰ σὲ πύργους ἄρχοντας καὶ σὲ ναοὺς τὸ Ψέμα.
Τῶν πρωτογέννητων καιρῶν ἡ πλάση μὲ τ᾿ ἀγρίμια
ξανάρχεται. Καλῶς νὰ ῾ρθῆ. Γκρεμίζω τὴν ἀσκήμια.
Εἶμ᾿ ἕνα ἀνήμπορο παιδὶ ποὺ σκλαβωμένο τό ῾χει
τὸ δείλιασμα κι ὅλο ρωτᾷ καὶ μήτε ναὶ μήτε ὄχι
δὲν τοῦ ἀποκρίνεται κανείς, καὶ πάει κι ὅλο προσμένει
τὸ λόγο ποὺ δὲν ἔρχεται, καὶ μία ντροπὴ τὸ δένει
Μὰ τὸ τσεκοῦρι μοναχὰ στὸ χέρι σὰν κρατήσω,
καὶ τὸ τσεκοῦρι μου ψυχὴ μ᾿ ἕνα θυμὸ περίσσο.
Τάχα ποιὸς μάγος, ποιὸ στοιχειὸ τοῦ δούλεψε τ᾿ ἀτσάλι
καὶ νιώθω φλόγα τὴν καρδιὰ καὶ βράχο τὸ κεφάλι,
καὶ θέλω νὰ τραβήξω ἐμπρὸς καὶ πλατωσιὲς ν᾿ ἀνοίξω,
καὶ μ᾿ ἕνα Ναὶ νὰ τιναχτῶ, μ᾿ ἕνα Ὄχι νὰ βροντήξω;
Καβάλα στὸ νοητάκι μου, δὲν τρέμω σας ὅποιοι εἶστε
γκρικάω, βγαίνει ἀπὸ μέσα του μιὰ προσταγή: 
Γκρεμίστε!"

Κωστής Παλαμάς



να "χτίζετε"
να "γκρεμίζετε"..
να "ξαναχτίζετε"
όσες φορές χρειαστεί..

Ιω

Δευτέρα 14 Ιουλίου 2014

"Ιδανικά.."ανάξια".. γαλάζια"..




"Θεέ μου,



πόσο μπλε.. 


ξοδεύεις..



για να μη σε βλέπουμε"..
(Οδυσσέας Ελύτης, από τη "Μαρία Νεφέλη")



 "Θα μείνω πάντα ιδανικός και ανάξιος εραστής..
των μακρυσμένων ταξιδιών..
και των γαλάζιων πόντων"..


Νίκος Καββαδίας, Mal du depart






να ονειρεύεσαι..
να αναρωτιέσαι..
ιδανικά
"ανάξια"
γαλάζια..

να ταξιδεύεις..
Ιω

Τετάρτη 9 Ιουλίου 2014

"Πως θα γεννούνε τα σκοτάδια Φως;"..




Η φλογερή καρδιά του Ντανκό


Τον πιο παλιό καιρό ζούσε εδώ μία κοινότητα Ανθρώπων. 
Γύρω απ’ τις τρεις μεριές του οικισμού, ήταν το Μαύρο Δάσος. Και από την τέταρτη,
 η απέραντη στέπα. Για πολύ καιρό ο ήλιος έλαμπε και ο ουρανός ήταν γαλάζιος, 
και έτσι οι Άνθρωποι ήταν γενναίοι και ευτυχισμένοι. 
Μα κάποια μέρα, ήρθανε απ’ την στέπα άλλοι Άνθρωποι, πιο νέοι, 
πιο βάρβαροι, πιο δυνατοί και έδιωξαν τους πρώτους, βαθιά μέσα στο Μαύρο Δάσος.
 Έλη τους περικύκλωσαν και βάλτοι και το σκοτάδι ήτανε πυκνό. 
Άρχισαν να πεθαίνουν, ο ένας μετά τον άλλο, απ’ τα κουνούπια και τον μολυσμένο αέρα.
 
Τότε, γυναίκες και παιδιά, αρχίσανε τους θρήνους και όλοι μαζί καθίσαν να σκεφτούν
 σαν τι θα κάνουν. -Δυο δρόμοι ανοίγονται για μας. Ο ένας, προς τα πίσω. 
Μα εκεί, βρίσκονται οι δυνατοί εχθροί μας. Ο άλλος μπροστά, πέρα απ’ τα Μαύρα Δάση,
 εκεί που τα μεγάλα δέντρα, με τα πανίσχυρα κλωνιά τους αγκαλιάζονται κι οι κόμποι απ’ τις γυμνές τους ρίζες βυθίζονται βαθιά, στη λιπαρή τη λάσπη. Και το σκοτάδι ήταν πυκνό και τα μεγάλα δέντρα –δέντρα πέτρινα- στεκόντουσαν βουβά και ακίνητα, μέσα στο μαύρο θάμπος και πιο σφιχτά πλησίαζαν το να το άλλο, τριγύρω στους Ανθρώπους. Μα εκείνοι είχαν συνηθίσει την απλωσιά της στέπας και πιο πολύ τους στένευε το Δάσος, παρά θηλιά κρεμάλας στο λαιμό τους. 
Και η Ώρα χτύπησε Έντεκα. Και όμως, κάποτε ήταν δυνατοί και θα μπορούσαν να νικήσουν.
 Μα τώρα, κάτω απ’ τα πυκνά κλαδιά, χάθηκε η ψυχή και –ίσως- το σώμα. 
Και οι θρήνοι γέννησαν την Φρίκη. 
Και οι Μάνες κλαίγανε τους πεθαμένους. Και οι ζωντανοί αλυσοδέθηκαν από τον Φόβο. Λόγια δειλίας άρχισαν να ακούγονται μέσα στο Δάσος. Και ήθελαν στους εχθρούς να παν και γονατίζοντας να τους προσφέρουνε τη λευτεριά τους.
 Και είπε ο Ντανκό: -Σύντροφοι, δεν κυλάει η πέτρα με την σκέψη μόνο.
 Όποιος δεν κάνει τίποτε, δεν του συμβαίνει τίποτε. Γιατί να σπαταλιέται η δύναμή μας στον καημό; Πάμε στο Δάσος και ας το περάσουμε ως πέρα. Σίγουρα θα ‘χει κάποιο τέλος.
 Όλα στον Κόσμο έχουν ένα τέλος. Εμπρός λοιπόν!
 -Οδήγησέ μας, με μια φωνή είπανε όλοι. Και ξεκινήσαν. 
Και σε κάθε βήμα, ο Βάλτος –άπληστο σάπιο στόμα- καταβρόχθιζε Ανθρώπους. Σαν φίδια απλωθήκανε παντού οι ρίζες και κάθε βήμα το πληρώνανε με αίμα. 
Περπάτησαν πολύ καιρό και όλο πυκνώναν τα σκοτάδια. 
Κουράστηκαν και άρχισαν να γκρινιάζουν για τον Ντανκό και έλεγαν πως, άδικα, νέος και άπειρος τους έσυρε εδώ κάτω –κι ας είχαν όλοι τους συμφωνήσει. Και κάποτε, στο Δάσος μπόρα ξέσπασε. Και έγινε το σκοτάδι πιο μαύρο και απ’ της Κόλασης τις νύχτες. Μα ο Ντανκό περπατούσε πάντα εμπρός. Και τα κλαδιά των δέντρων τους κυκλώσανε. Και κεραυνοί σκίζανε τον αιθέρα.
 Όλο δυνάμεις και πιο λίγες τους απόμεναν. Μα εκείνος περπατάει πάντα μπρος –«ένας αυτός, και ζει για χίλιους». 
Τσάκισαν και έχασαν το θάρρος τους και ρίξανε το φταίξιμο στον Ντανκό.
 -«Σας οδηγώ εγώ», μας είπες! -Σας οδήγησα. Μα εσείς; Σέρνεστε όλο πιο πολύ στη λάσπη, μπουσουλώντας με τα τέσσερα, σαν ζώα. Σκοτείνιασαν τα μάτια τους και φάνηκε μέσα σ’ αυτά η λάμψη του θανάτου. «Κοίτα τους», μονολόγησε, «πριν όλοι φίλοι, τώρα όλοι τους θηρία» 
και λάμψανε τα μάτια του σαν φάροι. Και βλέποντάς το αυτό, σκέφτηκαν πως τρελάθηκε και πως, γιαυτό -έτσι ζωηρά- φλογίστηκε η ματιά του και φυλάχτηκαν. Και σαν κοπάδι λύκων –που θήραμα μυρίστηκε- μαζεύτηκαν, γιατί περίμεναν πως θα ριχτεί πάνω τους πρώτος.
 Και άρχισε να στενεύει γύρω του ο κλοιός. Και αυτός κατάλαβε τη σκέψη τους 
και η σκέψη γέννησε στην φλογερή καρδιά του το παράπονο. 
Και όλο το Δάσος άρχισε να ψέλνει το μαύρο, πένθιμο τραγούδι του.
 Και ο κεραυνός βροντάει και η βροχή πέφτει ασταμάτητα. 
-«Αν δεν καώ εγώ –αν δεν καείς εσύ- πως θα γεννούνε τα σκοτάδια φως;» φώναξε,
 κι απ’ τη Βροντή πιο δυνατά. Και έσκισε με τα χέρια του το στήθος του και έβγαλε από μέσα την καρδιά του και την κρατάει ψηλά, απ’ τα κεφάλια πάνω των Ανθρώπων. 
Αναλαμπάδιασε η Καρδιά –σαν ήλιος- 
και το σκοτάδι διαλύθηκε μέσα στο φως. 
Και οι Άνθρωποι –κατάπληκτοι- μαρμάρωσαν. -Εμπρός, φωνάζει ο Ντανκό και ρίχνεται μπροστά, στην πρωτινή του θέση, ψηλά κρατώντας την Φλεγόμενη Καρδιά του -που φώτιζε την Μοίρα των Ανθρώπων. Τον ακολούθησαν σαν μαγεμένοι. Το Δάσος αντιβούησε έκπληκτο, μα η βοή του πνίγηκε στον Ήχο των Χρωμάτων. Και τώρα πέθαιναν, μα πέθαιναν δίχως παράπονα και παρακάλια.
 Έτρεχαν γρήγορα μπροστά, με γενναιότητα, το Φως του Φάρου ακολουθώντας –την Καρδιά του.
 Και ο Ντανκό πάντα προχωρούσε προς τα εμπρός και η Φλόγα της Καρδιάς του όλο φούντωνε και φούντωνε. Και τέλειωσε το Δάσος. Και έμεινε πίσω τους, βουβό. Και στα λιβάδια πέρα, στη μεγάλη στέπα σαν ξεμύτισαν, λούστηκαν ξαφνικά από ηλιόφως και καθαρό αέρα ξεπλυμένο απ’ την βροχή. Και έλαμψε ο ήλιος και πέρα, το ποτάμι, σαν φιδίσιο σώμα αντιφέγγισε. 
Σουρούπωνε. Κατά το λιόγερμα, άρχισε να φαντάζει κόκκινο –σαν αίμα- το ποτάμι.
 Και εκείνος, χαμογέλασε περήφανα. Και έγινε η Ώρα, Δώδεκα. Στο χώμα πέφτει και η Μάνα Γη προστάζει, και λουλούδια τον αγκάλιασαν. Και δεν τον πρόσεξε κανείς που ‘πεσε κάτω. Και μόνο η γενναία του Καρδιά ακόμα άναβε. Και ένας, την πρόσεξε. Και –φοβισμένος- με το πόδι του την πάτησε. 
Και η Φλογερή Καρδιά του Ντανκό, χάθηκε για πάντα.

Μαξίμ Γκόρκι - "Η φλογερή καρδιά του Ντανκό και άλλα διηγήματα"





καληνύχτα..

Ιω

Υ.Γ. ευχαριστώ τον αγαπητό μου φίλο Γιάννη Π. για τη μαγική φωτογραφία.