"όλη η ζωή .. μικροί ταξιδεμοί.. κάθε σου βήμα ..κάθε σου βλέμμα..

το βιβλίο που θα διαβάσεις.. η μουσική που θα ακούσεις..

οι σκέψεις και τα όνειρα που θα κάνεις..

οι επιλογές και οι αποφάσεις σου..

ακόμα και οι μικρές ή οι μεγάλες σου αναπνοές ..ταξίδι είναι..

ταξιδεύουν το οξυγόνο.. σε κάθε σου κύτταρο..

και η μνήμη.. μνήμη μου.. ένα ταξίδι στο χρόνο..είναι..

απόλαυσε λοιπόν κάθε ταξιδεμό..

και μη σταματάς ποτέ να ΧΑΜΟΓΕΛΑΣ.."

Τρίτη, 19 Σεπτεμβρίου 2017

"Η Κόρη της Αβύσσου" - Γιώργης Παυλόπουλος




"Η Κόρη της Αβύσσου"

Στη μνήμη του Φρανσουά, του Κάρολου και του Αρθούρου


Αχτύπητη κι ωραία πάνω στη Γιαμάχα της
κόβει το κρύσταλλο της νύχτας σαν διαμάντι
στην όψη της χορεύουν φλόγες
από την Κόλαση του Δάντη.

Μπαίνει στα μπαρ σεκλετισμένη κι οι νέοι ποιητές
την τρέμουνε και την κερνάνε βότκα και ουίσκι
μα Εκείνη κοιτάζει αόριστα στην πόρτα να φανεί
χλομός ο πρίγκιψ Μίσκιν.

Δεν έχει πού να κοιμηθεί, γυρίζει εδώ κι εκεί
με μια κιθάρα και δισάκι
διαβάζει κάτω από τις γέφυρες
Βιγιόν και Καρυωτάκη.

Όταν πλαγιάζει με τους οικοδόμους στα γιαπιά
το Κοινοβούλιο συνέρχεται εκτάκτως και βελάζει.
Εκείνη ονειρεύεται τη μάνα Επανάσταση
όλους να μας θηλάζει.

Κόβει με όνειρο τις φλέβες της
για να τη βλέπουνε της νύχτας οι καθρέφτες
για να παγώνει μέσα της ο κόσμος ο κακός
οι μαστροποί κι οι κλέφτες.

Ανοίγει τα συρτάρια επιδόξων συγγραφέων
με του διαβόλου τ’ αντικλείδια
κλέβει τα αισθηματικά τους κείμενα
και τα πετάει στα σκουπίδια.

Κάποτε κλαίει σαν παιδί
χώνοντας το πρόσωπο στη γούνα του ανέμου
κι άλλοτε είκοσι χιλιάδες λεύγες κάτω από τη θάλασσα
ψάχνει για το υποβρύχιο του πλοιάρχου Νέμου.

Στο άχτιστο φως της λέξης μένει εκστατική
με δέος, ηδονή και τρόμο
στα βάθη της λογοτεχνίας χάνεται
χωρίς επιστροφή, χωρίς να βρίσκει δρόμο.

Την ποθούν, μα τους περιφρονεί
τους δήθεν εραστές του απολύτου
το γκόλφι* της το χάρισε σ’ έναν τρελό τραγουδιστή
για ένα πικρό φιλί του.

Κι εμένα όταν μου λέει «Πάρε με»
τα παίζει όλα, η θεατρίνα,
με προκαλεί ποζάροντας
σαν μια πουτάνα σε βιτρίνα.

Κι όταν μου λέει «Πεθαίνω εγώ για σένα»
εγώ δεν την πιστεύω
την άπιαστη ομορφιά της με θλίψη καρχαρία
σε μαύρη άβυσσο γυρεύω.

Αχτύπητη κι ωραία καβάλα στη Γιαμάχα της
σκίζει τις διαβάσεις του μυαλού μου σαν πριονοκορδέλα
πηδάει τους τάφους των ονείρων μου
τ’ αγάλματα και την παλιά μου ομπρέλα.

Με παίρνει πισωκάπουλα στη σέλα της
κι εγώ την αγκαλιάζω από τη μέση
γέρνω γλυκά στην πλάτη της
κλείνω τα μάτια και μ’ αρέσει.

Και μ’ ανεβάζει ανάλαφρα στον ουρανό
κι από τον ουρανό με κατεβάζει κάτου
μπαίνουμε στο βαρέλι και μαρσάροντας
γυρίζουμε γυρίζουμε το γύρο του θανάτου.

Γιώργης Παυλόπουλος(1924-2008)
(Ποιητής της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς)
Που είναι τα πουλιά; -2004

* το γκόλφι: φυλαχτό(σταυρουδάκι) που φοριέται στο λαιμό


να ανοίγεις τις πόρτες της ποίησης με  ο,τι αντικλείδια βρεις..
κι ας χαθείς..

Ιω

Κυριακή, 3 Σεπτεμβρίου 2017

Τα μάτια της Μαγαρίτας - Ν.Βρεττάκος




ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΣ

Βρήκα μέσα στα μάτια σου τα βιβλία που δεν έγραψα·
πεδιάδες, δάση, πολιτείες, ορίζοντες, κανάλια.
Βρήκα τ’ αυτοκρατορικά όρη της γης κι απάνω τους
τις δύσες με τα κόκκινα σύννεφα. Τα μεγάλα
ταξίδια που δεν έκαμα βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα μέσα στα μάτια σου τους γελαστούς μου φίλους
που μου τους σκέπασεν η γης, η χλόη, το χιόνι, η νύχτα.
Τα λόγια που θα μου ’λεγαν βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Όσους σταυρούς δεν έμπηξαν στη γης μετά τις μάχες,
μακριές σειρές, ανώνυμους σταυρούς, πάνω και κάτω,
τους σταυρούς όλων των εθνών, βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα μέσα στα μάτια σου τον πόλεμο τελειωμένο.
Πουλάκια και ήλιος στα κλαδιά! Το παιδικό μου σύμπαν
με τις χρυσές του ζωγραφιές βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα τους μελαγχολικούς γήλοφους της πατρίδας μου
να στέκονται μες στη σιωπή σα ν’ ακούσανε τη φωνή μου.
Έρχομαι! Ως να τους φώναξα «έρχομαι», να κουνάνε
τις ταπεινές τους κουμαριές, βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα μέσα στα μάτια σου τις νύχτες να κυλάνε
μεγάλους ποταμούς σιωπής, όπως στα έξη μου χρόνια.
Της θλίψης την αστροφεγγιά, βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα μέσα στα μάτια σου τον κόσμο να με θυμάται
κι όλα όσα γνώρισα παιδί να με φωνάζουν με τ’ όνομά μου.
Της δικαιοσύνης τη σκηνή, την καλοσύνη που έγνεφε
να πλησιάσουν τα βουνά, βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα την αιωνιότητα του ήλιου ανανεωμένη.
Τη χλόη, τ’ αστέρια, την αυγή. Στ’ άσπρα σαν την Ειρήνη
ντυμένη τη μητέρα μου, βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Αν ήτανε όλα εδώ πιο απλά, όπως η «καλημέρα»
κι η «καληνύχτα», όπως το φως στα τζάμια την αυγή,
αν ήτανε όλα εδώ πιο απλά, τότε, σ’ αυτό τον κόσμο,
θε να ’χαμε ένα απέραντο σπίτι. Θε να ’μαστε άγγελοι.
Το αιώνιο μου παράπονο βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Νικηφόρος Βρεττάκος
Το Βιβλίο της Μαργαρίτας (1949)
ΟΔΟΙΠΟΡΙΑ, Α΄. 1929 – 1957 


να βλέπεις..
να κοιτάς..
να αντικρίζεις..

να μιλάς συχνά..με τα μάτια..
να ακούς συχνότερα με αυτά..
Ιω


Κι αν τα μάτια σου 
Στίχοι:  Άκος Δασκαλόπουλος -Μουσική:  Μάνος Λοΐζος

Μάτια μου
μουσική και στίχοι-Μάκης Σεβίλογλου

Μάτια μου
μουσική και στίχοι-Ορφέας Περίδης

Κλείσε τα μάτια σου
Στίχοι, Μουσική: Νίκος Πορτοκάλογλου

Χρώμα δεν αλλάζουνε τα μάτια - Γεράσιμος Ανδρεάτος
Στίχοι: Μιχάλης Γκανάς, Μουσική: Δημήτρης Παπαδημητρίου


https://www.youtube.com/watch?v=4iMGiCI5Jm8
Μάτια δίχως λογική
Στίχοι: Ισαάκ Σούσης, Μουσική: Λαυρέντης Μαχαιρίτσας




Κυριακή, 9 Ιουλίου 2017

ακούς..;




ακούς..;

"Παντού το εφήμερο γκρεμίζεται σ’ ένα βαθύ Είναι. 

Διότι δικό μας καθήκον είναι να εγχαράξουμε την προσωρινή, 
την εύθραυστη τούτη γη τόσο βαθιά, 
με τόσο πόνο και τόσο πάθος μέσα μας, 
ώστε η ουσία της να αναστηθεί και πάλι μέσα μας «αόρατη». 

Είμαστε οι μέλισσες του αόρατου. 
Αέναα συλλέγουμε το μέλι του ορατού, 
για να το συσσωρεύσουμε στη μεγάλη χρυσή κυψέλη του αόρατου."

Ρ.Μ.Ρίλκε

.....
απολαμβάνοντας τη γύμνια της ψυχής της..
ντυμένη κατάσαρκα όλα τα χρώματα του δειλινού τούτου..
ύψωσε χέρια και βλέμμα στον Ουρανό..

"στέκομαι.. εδώ εμπρός σου..
μέχρι σήμερα πάλευα να έχω τον έλεγχο των πάντων..
σήμερα κατανόησα ..
κοινώνησα την ουσία..
τίποτε δεν κατέχω..
ό,τι με αγάπη ..κόπο.. και σεβασμό συλλέγω..
 το συσσωρεύω σε σένα..
στο αόρατο..
και μέσα από σένα ξαναζώ..
αέναα..
ακούς..;

"Είμαστε οι μέλισσες του αόρατου"

σ'ευχαριστώ για την Εντέλεια & το Φως.."

είπε..
και μέσα της..
ο κάθε Ιούλης που έζησε..
χαμογέλασε κι έστησε έναν μικρό νικητήριο χορό..

καλό καλοκαίρι!
να γελάς στο αόρατο..!

Ιω


Madrugada - Honey Bee



σημ1.: φωτογραφία από το διαδίκτυο.
σημ.2: απόσπασμα από το βιβλίο "Η σοφία του Ρίλκε" - Baer, U. - Εκδ. Πατάκης 


Παρασκευή, 1 Απριλίου 2016

το πρώτο ψέμα..



"θα με αφήνεις να ανθίζω στις μικρές ζωές τους.."

είπε η αλήθεια στο ψέμα..

"κι εγώ θα σου χαρίσω..μια μέρα..

δική σου..κατά δική σου..

που θα είσαι πάντα ευπρόσδεκτο και χαμογελαστό"..

"Ναι!" είπε το ψέμα.. "με μεγάλη μου χαρά!..

μια μέρα αρκεί!"..

που να'ξερε η αλήθεια η φτωχή..

το πρώτο ψέμα είχε ήδη ειπωθεί..

τη μέρα τη σημερινή..

καλημέρες

καλό μήνα!

Ιω

April - Deep Purple



Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2016

Δοκίμιο: «Η γραφή ως (αυτό)ίαση»


Δοκίμιο: «Η γραφή ως (αυτό)ίαση»

Γράφει η Όλγα Ντέλλα // *

Η γραφή
«Η ποίηση» γράφει ο ποιητής Αργύρης Χιόνης, «είναι ένα ποτήρι αδειανό /που το γεμίζουμε με το αίμα μας. /Ύστερα το προσφέρουμε στους άλλους /ή δεν το προσφέρουμε αλλά μας το παίρνουν […]». Κατά τη διάρκεια, πριν και μετά, «η αιμορραγία συντελείται». Με αυτή την αιμορραγία σταματά η ίδια η αιμορραγία. «Μες στην δοκιμασίαν, […] /το έργον σου θυμήσου», λέει ο Καβάφης, αυτή την παραμυθία, την αδιαπραγμάτευτη, που σου δωρίζει η γραφή ενώπιον της αγωνίας και του μαρτυρίου. Το καβαφικό αντίδοτο στην ίδια την πανδαμάτορα ζωή, «οι νάρκης του άλγους δοκιμές», «εν Φαντασία και Λόγω», η ικεσία στην «Τέχνη της Ποιήσεως, που κάπως ξέρει από φάρμακα». Ό,τι δεν μπόρεσε κανείς να ζήσει, ό,τι έζησε και άφησε σημάδι, ό,τι στοιχειώνει την πραγματική ζωή, το απελευθερώνει, το σαρκώνει στη γραφή μέσα, το θεραπεύει. Βυθίζεται στη γραφή προκειμένου να σωθεί. Μέσα από το φαρμάκι της κυοφορίας οδηγείται στη φαρμακεία της γέννησης. Σε κείνο «το τέλος που είναι και αρχή»,[1] όπως το έγραφε ο Eliot.

Ο άνθρωπος της γραφής
Ο άνθρωπος της γραφής δεν είναι ένα εξωπραγματικό, εσωστρεφές, ανένταχτο ον. Είναι ένας καθημερινός άνθρωπος με μια δεδομένη από τα γεννοφάσκια του ιδιότητα, σχεδόν προορισμένος να ακούει περισσότερο, να βλέπει εις βάθος, να οσφραίνεται τον έξω κόσμο με τις δυνάμεις του εντός. Όπως ακριβώς ο Κορυφαίος της αρχαίας τραγωδίας ή ο Βλέπων της Παλαιάς Διαθήκης. Όλα να τα φιλτράρει μέσα από αυτό το αγωνιώδες πνεύμα και την ασύχαστη ψυχή του. Έπειτα καταγράφει με ό,τι βρει και πάνω σε ό,τι βρει ό,τι είδε, άκουσε, οσφράνθηκε, όσα υπάρχουν και όσα δεν υπάρχουν, ακόμα και εκείνα που οραματίστηκε. Μετεωρίζεται μέσα στον κόσμο που υπάρχει και σε εκείνον τον μυστικό της ψυχής. Φέρνει στην επιφάνεια την αφάνεια του μέσα άλγους που προηγήθηκε, τον μοιράζεται με έναν ιδανικό ακροατή, έχει τη βεβαιότητα ότι κάποιος τον ακούει, τον συντρέχει, τον συμπονά, τον ευσπλαχνίζεται. «Ο άνθρωπος» γράφει η ποιήτρια Όλγα Βότση «ζητάει τον άνθρωπο σα λύκος. Εναγώνια, σπαραχτικά. […] να σταθεί για λίγο στον κύκλο της ζεστασιάς του».[2] Γράφει επομένως υπάρχοντας μες στην παραμυθία της κοινωνίας του πόνου.
Ο άνθρωπος της γραφής θεραπεύεται από τα σκοτάδια του μέσα από τα ίδια τα σκοτάδια, βγαίνει στο φως μέσα από τη σπείρα του σκότους, ξορκίζει το κακό, σβήνει την οδό του πόνου διασχίζοντας την ίδια την οδό που γίνεται γραφή, αναπαριστά το ένδον βίωμα και το καταθέτει. Γράφει, γιατί κάποτε η γραφή γίνεται «το πρόσχημα του βίου μας», γιατί, όπως έλεγε ο ποιητής Ματθαίος Μουντές, «γράφω /για να κρατιέμαι στη ζωή /για τον αναπόδραστον αγώνα /να μην τρελαθώ».[3] Γράφει, γιατί κατά την Λίλη Ζωγράφου, «η καλλιτεχνική δημιουργία, όπως και η τρέλα -ναι, η παραφροσύνη- είναι η διέξοδος από την εσωτερική σύγκρουση του ατόμου με τον κόσμο ή το άμεσο περιβάλλον του. Η Δημιουργία είναι η πρόσκαιρη κατάργηση ενός κλίματος και η μετάβαση σ’ ένα άλλο, που κατασκευάζει ο Δημιουργός, όπου και καταφεύγει για να ανασαίνει άνετα μέσα του».[4] Γράφει λοιπόν για να ανασάνει, για να υπάρξει άνετα τουλάχιστον μέσα. Γράφει και κάποτε σώζεται, έστω και προσώρας, για μερικά χρόνια έστω, όπως η Ann Sexton ή η Πηνελόπη Δέλτα και άπειροι άλλοι, κάνοντας την επιβίωσή τους με τρόπο συγκλονιστικό γραφή, ή και ζωγραφική όπως ο Van Gogh, γλυπτική όπως ο Χαλεπάς, καθυστερώντας πάραυτα τη φυγή τους από αυτό τον κόσμο, δίνοντας στον εαυτό τους bonus ζωής. «Το ποιητικό έργο», γράφει ο ποιητής Γιώργος Γεωργούσης, «δεν μπορεί να ξεφύγει εντελώς από την μοίρα τού να είναι, εκτός από τα άλλα, και μια, με τον τρόπο της, κρυψιγενής αυτοβιογραφίαΔεν υπάρχει μεγάλος δημιουργός χωρίς συνείδηση του εαυτού του, αφού και ο εαυτός του είναι κι αυτός αντικείμενο της μελέτης του. […] Ο Δάντης […] και ο Θερβάντες […] είναι τυπικά παραδείγματα άκρως προσωπικού έργου μεγάλης αντικειμενικότητας –η αυτοβιογραφία που γίνεται κοσμογραφία και ψυχογραφία».[5] Και πάραυτα αναλγησία ή στην καλύτερη περίπτωση ίαση.
Η ποίηση υπήρχε πάντα με τρόπο ostinato e angoscioso,[6] επίμονα και εναγώνια, σχεδόν παραπληγικά, με την ασφυξία του ύστατου λόγου άρθρωσης, με τον ακρωτηριασμό του μοναδικού σου χεριού, σα να’ σαι πουλί που πιάστηκε μες σε παγίδα επιούσια και μες στην υστερία της τελεσίγραφης αιχμαλωσίας γράφεις, κάνοντας φτερά τις ίδιες τις λέξεις ή απλώς γάζες επούλωσης ενός πόνου χοϊκού. Η ποίηση βγαίνει «μ” έναν βαθύ βρυχηθμό, [...] πετάγεται απ” την ψυχή σου /σαν πύραυλος«, συμβαίνει «μονάχα όταν νιώσεις /πως αν δεν το κάνεις /θα τρελαθείς, /θ” αυτοκτονήσεις ή θα σκοτώσεις«. Συμβαίνει μονάχα όταν «νιώσεις πως ο ήλιος /σου καίει μέσα σου /τα σπλάχνα«, γράφει ο Bukowski.[7] Αν δε συμβεί έτσι, με τρόπο καθημαγμένο, ό,τι προκύψει ποίηση δεν είναι, παρά τέχνη κατ” επίφασιν, τέχνη «για το γούστο«, όπως έλεγε ο Ντοστογιέφσκη.[8]
Συχνότατα θεωρήθηκαν οι άνθρωποι της γραφής αλαφροΐσκιωτοι που αδυνατούν να εκφύγουν από τον πόνο, που κουράζουν με την αγεφύρωτη οδύνη τους -ένας σπαραγμός να τους χωρίζει από το σώμα των υπολοίπων, που δυσκολεύουν με την έντασή της και προκαλούν αποστροφή μες στην εφήμερη ευημερία του σήμερα, την επικράτηση της χαλάρωσης, του εφησυχασμού, της αδιαφορίας. Ο άνθρωπος της γραφής αδυνατεί να χαλαρώσει, να ευημερήσει αβασάνιστα, να εφησυχάσει, να αδιαφορήσει. Υιοθετεί τον πόνο των άλλων μέσα στον δικό του πόνο, πονά και για κείνους ή κάνει το δικό του πόνο σκευή, ώστε και για τους άλλους να μιλήσει. «Εάν η γλώσσα είναι το πιο ατίθασο δημιούργημα του ανθρώπου, η ποιητική γλώσσα είναι η πιο ανθρώπινη εκδοχή αυτού του δημιουργήματος»,[9] γράφει ο Γεωργούσης. Και ο άνθρωπος της γραφής είναι κάποτε ο πιο γονυκλινής μες στους ανθρώπους. Μπορεί τίποτα το πρωτότυπο να μη λέει, να περιδινείται γύρω από τα ίδια ορόσημα, την ύπαρξη, το θάνατο, τον έρωτα, εντούτοις καταθέτει τη δική του αλήθεια και όσο πιο εκσκαπτικά το κάνει, τόσο πιο αυθεντική είναι η φωνή που μιλά, γιατί «το σημαντικότερο», κατά την Μαρίνα Τσβετάγιεβα, «δεν είναι να πεις κάτι καινούργιο, είναι να έχεις μόνος σου αναζητήσει και βρει αυτό που λες, και να είναι αληθινό».[10]
Οι γραφείς τούτοι πεθαίνουν για την αλήθεια των πραγμάτων και για τούτο δεν βολεύουν τον εαυτό τους πάνω σε μια φλοιώδη πραγματικότητα. Ανάγκη τους ήταν πάντα να διαρρήξουν τον μανδύα, για ν’ αντικρύσουν τον πυρήνα, της ψυχής τους, της ψυχής του κόσμου. Μέσα από την ψυχή τους οδεύουν με τρόπο αλάνθαστο στην ψυχή του κόσμου. Όσο πιο βαθιά εισχωρούν στη δική τους, όσο βαθύτερα σκάψουν, τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες να ανταμώσουν με «το αρχικό Ψ της Ψυχής του κόσμου«,[11] όπως το έλεγε ο Πεντζίκης, από τούτο το αλωνάκι να αγγίξουν τις Μεγάλες Ουσίες,[12] όπως το έγραφε ο Σολωμός. Τούτο της ψυχής το όργωμα είναι πάντα επώδυνο, προτού βλαστήσει ό,τι βλαστήσει, η οδύνη είναι αυτή που κυριαρχεί. Οι άνθρωποι της γραφής δεν περιπατούν, δεν περιηγούνται, ποτέ δεν έκαναν στα λόγια περίπατο, φορούν το λόγο κατάσαρκα και τον ζούνε στην κόψη του ξυραφιού.
Για τούτο και αυτοκτονούν την κάθε μέρα εξαιτίας μιας ευαισθησίας, που στην αφαίμαξή της έχουν προ πολλού υποκύψει και τούτο έχει γίνει η επίγεια κόλασή τους. «Τα σώματα των ποιητών είναι διάτρητα από την ευαισθησία τους κι από τον πόνο των ανθρώπων και των πραγμάτων. Τα σώματα των ποιητών είναι σημαίες ήττας. Όμως δεν υπάρχουν ποιητές νικημένοι, όπως δεν υπάρχουν ποιητές νικητές. Υπάρχουν ποιητές»,[13] γράφει η Λίλη Ζωγράφου. Άνθρωποι που γράφουν και για όσους δεν μπορούν. Άνθρωποι που πονούν για όλους μας.

Ο καιρός του σταυρού
Προτού τους αγγίξει το όποιο φως, όταν στο σκοτάδι είναι, όταν στον καιρό του σταυρού, φόβος τους σκορπίζει, η ίδια η αμφισβήτηση, η αθυμία που φέρνει το βύθος της αγωνίας, ο καιρός του σταυρού που σε κάνει σχοινοβάτη ή τυφλοπόντικα. Οι πληγές κακοφορμίζουν, επιστρέφουν, υπάρχουν. Ο πόνος θριαμβεύει κεκλεισμένων των θυρών, ένας πόνος μασίφ, που προκαλεί τεμαχισμό σε αυτό το παλίμψηστο που καλείται ψυχή. Εξέρχονται δια της γραφής, κάποτε βουλιάζουν μέσα της, όπως θα βούλιαζαν και μέσα στην πραγματικότητα της ζωής, κάποτε ποτέ δεν εξέρχονται από το λαβύρινθό τους, χτυπιούνται πάνω στα τοιχώματά του, αδυνατούν να εντοπίσουν την όποια έξοδο. Είναι η στιγμή που τίποτα δε βοηθά, ούτε καν η γραφή. Παράδειγμα κραυγαλέο ο Καρυωτάκης. Παράδειγμα στωικής αναχώρησης η Πολυδούρη. Κοντά τους ο Βιζυηνός, ο Μαγιακόφσκυ, η Τσβετάγιεβα, ο Τσέλαν. Η Πλαθ, ο Λαπαθιώτης, ο Γιαννόπουλος, ο Παβέζε.
Οι άνθρωποι της γραφής ακολουθούν αναπότρεπτα την οδό του μαρτυρίου τους. Δεν υπεκφεύγουν, δεν ωραιοποιούν, δε θάβουν τον πόνο, στέκονται έναντί του και τον γεύονται ολάκερο. Υποβαστάζουν μια ασφυξία που εντός της καλούνται να επιβιώσουν. Γιατί κάποτε ζουν μόνο στο σώμα των γραπτών τους. Και έτσι το πένθος της ζωής με τη γραφή ξορκίζουν, παρ’ όλο που δεν το αποβάλλουν, παρά μόνο κύκλους επάλληλους κάνει και κείνοι συνεχίζουν με την ίδια ένταση τον πόνο να βιώνουν και την αποτύπωσή του. Την αλυπία δηλαδή να αναζητούν με μανία. Με χρονολογία 6 Οκτωβρίου 1802 υπάρχει ένα σημείωμα του Μπετόβεν, κάτι σαν πρωθύστερη αποκωδικοποίηση του παρόντος αλλά και του μέλλοντός του: «Ω, εσείς άνθρωποι που πιστεύετε ή λέτε ότι είμαι κακόβουλος, πεισματάρης ή μισάνθρωπος, πόσο πολύ με αδικείτε. Δεν ξέρετε τον κρυφό λόγο που με κάνει να φαίνομαι έτσι στα μάτια σας, και θα έδινα τέλος στη ζωή μου – ήταν μόνο η τέχνη μου που με κράτησε πίσω. Φάνταζε αδύνατο να εγκαταλείψω τα εγκόσμια μέχρι να βγάλω έξω όσα ένιωθα ότι υπήρχαν μέσα μου».
Επομένως υπάρχει η γραφή. υπάρχει κάποτε ως η μόνη παραμυθία, ως δέντρο μοναδικό, ως βροχή μες σε μακρόβια ανομβρία, ως το ελάχιστο νερό μέσα σε στέρνα.  Υπάρχει ως μια στάλα ζωής μετά τον καιρό του σταυρού. Είναι ο καθρέφτης της, όλα τα φανερώνει. Όπως είναι, αλλά και όπως θα ήθελες να είναι. Αυτό που συνέβη αλλά και ό,τι δεν συνέβη, αλλά θα ήθελες να συμβεί. Τα αρνητικά πρόσημα της ζωής και προπάντων τα ευκταία. Η γραφή στην καλύτερη της στιγμή γίνεται παραμύθι. Το παραμύθι μέσα στην πραγματικότητα. Και επομένως, η μοναδική της παραμυθία.

Έξοδος
Η ψυχή είναι ένα πηγάδι. Μέσω της γραφής ανασύρεις το σκοτάδι της, το ανεβάζεις στο φως. Το σκοτάδι τούτο φιλτράρεται πλέον μέσα από αυτό το φως και γίνεται το ίδιο φως, αυτό το αγγελικό και μαύρο σολωμικό φως. Ανεμίζεις ένα ποίημα στον ουρανό, ανεμίζεις μια κραυγή στον ουρανό, να ανασάνεις.
Ιάται επομένως μονάχα αυτός που μετέχει άμεσα, ο καθημαγμένος, ο αιμορραγών; Όχι, βέβαια. Ισχύει το αλωνάκι του Σολωμού. Από αυτό το αλωνάκι στον κόσμο όλο. Από τη μια ψυχή, στην κοινωνία των ψυχών. Από ένα στίχο σώζεσαι -ενδέχεται- όταν τον γράψεις, τον εκτοξεύσεις, τον δεις απάνω στο χαρτί, στην πέτρα, στο φύλλο, στον κορμό, στο χιόνι ή στην άμμο, αλλά και από ένα στίχο σώζεσαι -μπορεί και με την ίδια πιθανότητα, όταν τον διαβάσεις.
Διαβάζεις επομένως και λυτρώνεσαι. Λυτρώνεσαι και ενδέχεται να γράψεις. Γράφεις με τη σειρά σου και παρηγορείσαι. Παρηγορείσαι και άρα θεραπεύεσαι. Έστω, -κι αν δεν θεραπεύεσαι πλήρως- βάζεις μια γάζα ή παίρνεις ένα παυσίπονο. Καθυστερείς κάπως τον επιούσιο θάνατο. Άρα ενδέχεται να συναντήσεις την έξοδο από το λαβύρινθο. Τούτο μπορεί να συμβεί και σε μια σχολική τάξη. Όχι η δημιουργική γραφή, αλλά η «ιαματική». Η ίαση της ψυχής και επομένως το ένα και μοναδικό βήμα, το εφιαλτικά αναγκαίο προς τα μπροστά. Άρα και προς την ελευθερία. Η γραφή συνιστά μια πράξη ελευθερίας. Τη μόνη ίσως που κάποτε αξιωνόμαστε.
Έγραφε ο Γιάννης Τσαρούχης, μιλώντας για τον Γιαννούλη Χαλεπά: «Η τέχνη είναι ένα μυστηριώδες πράγμα. Και αυτό το μυστηριώδες πράγμα πρέπει να βλέπεται σαν τη μεγαλύτερη παρηγοριά, σαν ένα μεγάλο αντίβαρο μέσα στην ζωή, δοσμένο από την ίδια μυστηριώδη δύναμη του ανθρώπου».[14]
Γράφει με το δικό της τρόπο η μαθήτρια της Α” γυμνασίου Μαίρη Γκαλιάν: «Μέσα από το γράψιμο ανοίγεται η ψυχή και η καρδιά του ανθρώπου δείχνοντας το τι είναι στην πραγματικότητα και όχι το τι είναι στην καθημερινή ζωή του. Απελευθερώνεται από αυτά που τον βασανίζουν και τον τρώνε κάθε μέρα που αν και θέλει να τα πει δεν μπορεί. Επομένως η γραφή είναι ένας τρόπος για να ανοίξεις την ψυχή σου και να τα γράψεις όλα. Στην ουσία η ψυχή του ανθρώπου είναι  ένα ηφαίστειο που αν βρει έξοδο και γενναιότητα εκείνη την στιγμή θα εκραγεί και όλα αυτά που χρόνια σκεφτόταν, θα γραφτούν όλα πλέον πάνω σε ένα χαρτί. Όμως δεν είναι πάντοτε που μέσα στη γραφή τα λέμε όλα, μερικές φορές γράφουμε απλώς για να έχουμε αυτόν που απευθυνόμαστε κοντά μας και ζωντανό στο μυαλό μας».


[1] Eliot T.S., East Coker, Τέσσερα Κουαρτέτα (μτφρ.Χάρης Βλαβιανός), εκδόσεις Πατάκη, 20122, σελ.83
[2] Βότση Όλ., Τα γκρεμά του ανθρώπου Γ, Οδύνη και Ευδία, Οι εκδόσεις των φίλων, 1984, σελ.49
[3] Μουντές Μ., Ένα πρόσχημα βίου, Οι θαμνώνες, Τα Αντίποινα, εκδόσεις Καστανιώτη, 1993, σελ.39
[4] Ζωγράφου Λ., Κώστας Καρυωτάκης Μαρία Πολυδούρη και η αρχή της αμφισβήτησης, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 19966, σελ.43
[5] Γεωργούσης Γ., Επίμετρο, Άρρητα και Ρητά, Οι μέρες και οι πέτρες, Γαβριηλίδης 2007, 110
[6] Lucciano A.-M., Γιάννης Χρήστου. Έργο και προσωπικότητα ενός Έλληνα συνθέτη της εποχής μας (μτφρ.Γ. Λεωτσάκος), εκδόσεις Βιβλιοσυνεργατική, 1987
[7] Bukowski C., Ώστε θέλεις να γίνεις συγγραφέας, Να περιφέρεσαι στην τρέλα (μτφρ. Σ. Τριανταφύλλου), Ηλέκτρα 20032, 22
[8] «Αυτός έτσι για το γούστο σέρνει την πέννα«, Ντοστογιέφσκη (1930), Οι φτωχοί. Μτφρ.Σ.Ι.Ζηζήλα, Ελευθερουδάκης, σ.125
[9] Γεωργούσης Γ., Επίμετρο, Άρρητα και Ρητά, Οι μέρες και οι πέτρες, Γαβριηλίδης 2007, 109
[10] Τσβετάγιεβα Μ., Η ιστορία της Σονέτσκα, εκδόσεις Νεφέλη, 1995, σελ.44
[11] Πεντζίκης Ν.Γ., Πόλεως και Νομού Δράμας παραμυθία, εκδόσεις Άγρα, 1999, σελ.80-81
[12] Βελουδής Γ., Διονυσίου Σολωμού. «Στοχασμοί» στους Ελεύθερους Πολιορκημένους, εκδόσεις Περίπλους, 1997, σελ.34
[13] Ζωγράφου Λ. 19966Κώστας Καρυωτάκης Μαρία Πολυδούρη και η αρχή της αμφισβήτησης, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, σελ.24
[14] Τσαρούχης Γ.,1999,  Για τον Γιαννούλη Χαλεπά, Χαλεπάς. Ο Κοσμοκαλόγερος καλλιτέχνης από τον Πύργο της Τήνου. Επιμ.Στρατής Γ.Φιλιππότης, εκδόσεις Ερίννη, σελ.171

* Η Όλγα Ντέλλα γεννήθηκε το Νοέμβριο του 1973 στην Αθήνα. Σπούδασε Νεοελληνική Φιλολογία στη Θεσσαλονίκη. Εκπόνησε μεταπτυχιακή εργασία («Πίνακας λέξεων των ποιημάτων του Ανδρέα Εμπειρίκου») και διδακτορική διατριβή («Η μεταφυσική διάσταση στην ποίηση του Κώστα Μόντη»). Έχουν εκδοθεί οι ποιητικές συλλογές «Αθιβολές» (Το Ροδακιό, 2002), «Άκος ψυχής. Άκος;» (Το Ροδακιό, 2007), «Της αλυπίας είναι η χώρα» (Ιδαλγός, 2009), το παραμύθι «Της ιτιάς και του ποταμού» (Ιδαλγός, 2012) και το δοκίμιο «Η ελεημοσύνη της γραφής. Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης» (Ιδαλγός, 2014). Διδάσκει στη Μέση Εκπαίδευση από το 1999. Ζει περίπου μόνιμα στα δυτικά της Μακεδονίας.

Σάββατο, 26 Μαρτίου 2016

..και μετά..;



και..μετά.. και μετά;;
ρωτούσε ανυπόμονα..χοροπηδώντας σαν παιδί..
και μετά..;
ρωτούσε..τα παιχνίδια..
τα βήματα..
τη μέρα..τον ήλιο..
ενοχλούσε..τον Ουρανό της..τα σύννεφα..
ζητούσε να μάθει..απ΄τα αστέρια..
το Φεγγάρι..

και..μετά..;
ρωτούσε..τη θάλασσα..την άμμο..
τα ζώα..τα λουλούδια..
τις λέξεις..
τους ήχους..τους ανέμους..
σπάνια..ρωτούσε τους ανθρώπους..
δεν καταλάβαινε..τη γλώσσα τους..
και..μετά..;

κάποτε..ο χρόνος μόνον απάντησε..
"και..μετά..δεν υπάρχει μετά..μόνο τώρα.."

έπρεπε να φτάσει..στο "ποτέ"..
για να μάθει..το μετά..

τώρα ξέρει..
μα ακόμη και τώρα..
συχνά..ξεχνιέται..
..χοροπηδά..
και μέσα της
μια πείνα..
αχόρταγα..ρωτάει..

..και μετά..;;


"Αυτό" - Στίχοι: Παπακωνσταντίνου Θανάσης
Μουσική: Παπακωνσταντίνου Θανάσης
Πρώτη εκτέλεση: Θανάσης Παπακωνσταντίνου - Διονύσης Σαββόπουλος


να αναρωτιέσαι
να χοροπηδάς
να ξεχνιέσαι

Ιω

Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2016

κυνηγοί του ονείρου..




"Αν αποσυνθέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν 
μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι.
 Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις."
Ο.Ελύτης


Μέσα στην τύρβη και τον χαμό..χαίρονται οι λύκοι..
σε Βορρά..σε Ανατολή..
ο Νότος..νόστος..γίνεται..κι η Δύση.."δύει"..κυριολεκτικά..
Ανερμάτιστοι ψευτοδιανοούμενοι με α-νοησία..βουλιμική..
καταπίνουν την πικρόχολη ψυχή τους..
κρύβονται πίσω από δηθενιές..και κασκολάκια
ανοίγουν το στόμα..
εκτοξεύουν..ανεύθυνα..λέξεις..
ακούσια ή εκούσια..δεν παίζει ρόλο..
συχνά.."η λανθάνουσα..τα αληθή λέγει"..

ανοίγουν το στόμα..
και νιώθεις μέσα σου..
να ξαναπεθαίνουν..πρόγονοι..αγώνες..ήρωες..ελπίδες..
πεθαίνεις..κι εσύ..ο ίδιος..μπροστά στα μάτια..
και στο μέλλον(?)..των παιδιών σου..

γελοίοι..ανιστόρητοι πατριδοκάπηλοι..
πήραν το όχι σου..
σαν άντρες βιαστές..
που εκλαμβάνουν το όχι  της γυναίκας ως ναι..
με συμμαχίες άνομες..
σε αναγκάζουν καθημερινά..
να ζεις..τον εξευτελισμό..
την ατίμωση..
την υποδούλωση..

Ανδρείκελα.. όχι άνδρες..
ανοίξτε τον οχετό που έχετε για στόμα
πετάξτε τις λέξεις..
ρίξτε λάσπη..σκοτάδι..
μα μην ξεχνάτε ποτέ..
η ανεπάρκειά σας δεν κρύβεται για πολύ στη σκιά..
το Φως πάντα θα βρίσκει διάκενα να περνά..
η αλήθεια..πάντα θα λάμπει..
σαν τον ήλιο..τον "Ηλιάτορα"του Οδυσσέα..

Η Μακεδονία..ήταν .. είναι..και θα είναι..ΕΛΛΗΝΙΚΗ..
οι ΠΡΟΔΟΤΕΣ ήταν..είναι..και θα είναι ΠΡΟΔΟΤΕΣ..

Δεν μπορώ να κατανοήσω πως..
οποιαδήποτε εκδήλωση αγάπης προς την πατρίδα..
πως..λέγοντας τα αυτονόητα..
αυτόματα..
καταχωρίζεσαι..
εθνικιστής..γραφικός..χωριάτης..

Όχι..απροσδιόνυσα..υποκείμενα..όχι..
Πατριώτες είμαστε..Έλληνες..

με πνεύμα Ζορμπά..να χορεύει..συρτάκι..
και ενίοτε..τον χορό του Ζαλόγγου..
απόγονοι..του Μακρυγιάννη ..του Παπαδιαμάντη..του Κόντογλου..

συμπατριώτες του Σεφέρη..του Ελύτη...

με "σπίτια φτωχικά.. στις αμμουδιές του Ομήρου"..*

και μέσα σε όλη αυτήν την "αποσύνθεση"..τη δυσωδία..
με πείσμα..και σε πείσμα των καιρών..
θα συνεχίσουμε να κυνηγάμε το όνειρο..

να κυνηγάμε..την ελιά..
το αμπέλι..
το καράβι..

να ξαναφτιάξουμε την πατρίδα απ'την αρχή!

"Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις
να μην τις παίρνει ο άνεμος."
έγραψε ο Μανώλης Αναγνωστάκης..

λες και ήξερε..τη ζημιά..που προκαλούν..

σαν πρόκες..καρφώνονται..
και στο δικό μου μυαλό..
Δεν ξεχνώ!

Ιω

* "Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική.
το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου...
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου..."
απόσπασμα από το "Άξιον Εστί" του Ο.Ελύτη


Η Μαλβίνα..πιο επίκαιρη από ποτέ..για την Μακεδονία..