όλη η ζωή .. μικροί ταξιδεμοί..
κάθε σου βήμα ..κάθε σου βλέμμα..
το βιβλίο που θα διαβάσεις.. η μουσική που θα ακούσεις..
οι σκέψεις και τα όνειρα που θα κάνεις..
οι επιλογές και οι αποφάσεις σου..
ακόμα και οι μικρές ή οι μεγάλες αναπνοές .. ταξίδι είναι..
ταξιδεύουν το οξυγόνο.. σε κάθε σου κύτταρο..

και η μνήμη.. μνήμη μου.. ο μεγαλύτερος ταξιδεμός..

"Και πώς ξέρετε αν, καθώς ταξιδεύω έτσι, δεν έχω πάρει από πίσω, στα σκοτεινά, τον ίδιο μου τον εαυτό;"
(Φερνάντο Πεσσόα -
« Το Βιβλίο της Ανησυχίας»)

Τετάρτη, 16 Οκτωβρίου 2019

Μαρία Μήτσορα - Με λένε λέξη





Με λένε λέξη
Μαρία Μήτσορα
(αποσπάσματα)


«Kάποιος είπε: "Τα όρια του κόσμου μου είναι τα όρια της γλώσσας μου".

Έτσι είναι· γι' αυτό, όσο πιο τσακισμένα τα ελληνικά, ο κόσμος γύρω μας, ο κόσμος μέσα μας
είναι έτοιμος να καταρρεύσει.

λέξεις και τα πρόσωπα και τα πράγματα.

H βαθύτερη, η κρυφή σχέση που έχουν μεταξύ τους.

Φύσει ή θέσει;

Aυτή ήταν η αρχαία έριδα, από την εποχή του Aριστοτέλη.

Aυτό είναι το βαθύ και επίμονο ερωτηματικό.

H σχέση με τις λέξεις είναι η σχέση με τους ανθρώπους, με τα πράγματα,
είναι η σχέση με τη ζωή».

* * *

«Δεν θυμάμαι να αισθάνομαι σαν παιδί, περισσότερο σαν κουρελάκι, από μετάξι ή βελούδο, που πιάστηκε για λίγο στ’ αγκάθια της Γης.

Κι όπου να ‘ναι θα το πάρουν οι άνεμοι του χρόνου.

Καμιά φορά, μου φαίνονται ότι ο δικός μου Θεός ήταν ένας τρελός γεωμέτρης,
 που σχημάτιζε με το δάχτυλο, πάνω στην κόκκινη άμμο του πλανήτη του,
 μια μυστική καταδίκη.

Μέσα στη σπηλιά του έκαιγαν μυρωδικά μπροστά σε μια καταραμένη εξίσωση»

* * *

«Τα πουλιά από τότε τα φοβούμαι.

Διαισθάνομαι ότι διαγράφουν με τις τροχιές τους, σπανίως ευφρόσυνες, συνήθως δυσοίωνες, παραγράφους από ιστορίες.

Ναι! Τα ζηλεύω για την πτήση τους, τα φοβούμαι για την πτώση τους,
για την άπειρη γνώση που χωράει μέσα στο κουκούτσι μυαλού τους.

Και αφορά την δική μας επίγεια διαδρομή.

Αν τύχει να μπουν στα σπίτια μας, χτυπιούνται στους τοίχους τρελαμένα, προσπαθώντας να εφεύρουν παράθυρα.

Καμιά φορά, πετώντας πάνω από τα κεφάλια μας, ξαφνικά σταματάνε κι αιωρούνται.

Τότε μας στέλνουν μηνύματα.

Χαιρετίσματα από ψυχές, ή στήνουν εναέριες παγίδες για τη σκέψη μας,
 ή απλά μας κοροϊδεύουν – που – πετάει – πετάει – το μυαλό
μέσα στο κλουβί του σώματός του.»

* * *

 «Το καινούριο υπάρχει πια μόνο στην επιστήμη, σε αυτό τον τομέα έχουν βρεθεί πράγματα που έχουν ξεπεράσει αυτά που εγώ διάβαζα ως επιστημονική φαντασία.

Στη λογοτεχνία ίσως δεν έχει τόση σημασία το καινούριο.»

 * * *

«Ο γραμμικός χρόνος στον οποίο ζούμε είναι μια «βιτρίνα» της απλουστευτικής λειτουργίας
 του νου»


Μαρία Μήτσορα, «Με λένε λέξη», 
εκδόσεις Πατάκη




κι έρχονται αυτοί που δεν τους ξες
αλλά γνωρίζεις τις λέξεις τους
και σου αφήνουν λιθαράκια
να βρίσκεις το δρόμο για το "σπίτι" 

τις ευχαριστίες μου..

Ιω

https://www.youtube.com/watch?v=aTi9czvLa-4




Σημ.: Φωτ. από το διαδίκτυο

Κυριακή, 13 Οκτωβρίου 2019

Οθέλλος - William Shakespeare (Θέατρο Τέχνης Κάρολος Κουν)

  

 «Οθέλλος» - William Shakespeare 
(από το Θέατρο Τέχνης Κάρολος Κουν)
στο  θέατρο Αμαλία στη Θεσσαλονίκη
 (σκηνοθεσία Χάρη Φραγκούλη και μετάφραση Δημήτρη Δημητριάδη)





«Την κράτησε από το χέρι.
Αυτή άνοιξε το στόμα της ή της το άνοιξε αυτός. Ή αυτή.
Της μίλησε στο ανοιχτό της στόμα.
Της είπε, τώρα δα, να τώρα, τώρα οι νύχτες οι χορευταρούδες μου κλείνουνε το μάτι.
Οι νύχτες με αντικρύσανε και βγάλαν άστρα κι άλλα.
Οι νύχτες έχουνε χάσει με μένα το μυαλό τους, είπε κι αυτή ή αυτός. Ή αυτή.
Ήρθε και μπλέχτηκε η σελήνη στα μαλλιά μου, είπε αυτή, τώρα σίγουρα αυτή.
Μη μ’ αφήσεις ποτέ.
Μετά από αυτό σιωπή μεγάλη. Τόση που ο φόβος μη μείνουν για πάντα μέσα της τους μούδιασε τα μάτια.
Μάτια μου, είπε πάλι αυτή απευθυνόμενη στα μάτια της ή στα δικά του,
γιατί δακρύζετε; Θα γλιστρήσει η αγάπη μου και θα μου ξεγλιστρήσει η νύχτα.
Και πολύ λιγουλάκι μετά -και τελειώνω εδώ- αυτή σ’ αυτόν και αντιστρόφως:
έλα, έλα τώρα νύχτα μου και γέμισέ με με νύχτα, είμαι έτοιμη



Η ομάδα Kursk δημιουργήθηκε το 2012. Προηγούμενες παραστάσεις: Woyzeck στο Απλό Θέατρο, Η προσευχή της κοπέλας που έπεσε μέσα στο πηγάδι και δεν θέλει να πεθάνει στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων, Ο Άρντεν πρέπει να πεθάνει στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων και στο Θέατρο Τέχνης (Φεστιβάλ Αθηνών 2015), Lenz στο Bios.


Συντελεστές:
Μετάφραση: Δημήτρης Δημητριάδης
Σκηνοθεσία: Χάρης Φραγκούλης
Σκηνικά-Κοστούμια: Μαρία Πανουργιά
Μουσική: Κορνήλιος Σελαμσής
Κίνηση: Τάσος Καραχάλιος
Αρχικός σχεδιασμός φωτισμών: Ελίζα Αλεξανδροπούλου
Προσαρμογή φωτισμών: Τζάνος Μάζης
Βοηθός σκηνοθέτη: Ασπασία-Μαρία Αλεξίου
Β΄ βοηθός σκηνοθέτη: Κορίνα Άννα Γκουγκουλή
Βοηθός σκηνογράφου: Φωτεινή Ιατρού
Hair styling: Talkin’ Heads

Παίζουν: Ασπασία-Μαρία Αλεξίου, Σοφία Κόκκαλη, Ανδρέας Κοντόπουλος, Ανδρέας Κωνσταντίνου, Κατερίνα Λούβαρη-Φασόη, Άγγελος Παπαδημητρίου, Γιάννης Παπαδόπουλος, Κορνήλιος Σελαμσής, Μιχάλης Τιτόπουλος

τελευταία παράσταση σήμερα 
Κυ 13/10
Ώρα: 21:30
Θέατρο Αμαλία
Αμαλίας 71, Θεσσαλονίκη





μιαν άποψη ..

μιαν άλλη ..


η δική μου..
(του χουμ ιτ μέι κονσέρν..)
μια αμφιλεγόμενη μα εξαιρετική παράσταση
μια ιδιαίτερη σκηνοθετική ματιά 
(σε σημείο που να ξενίζει.. να ενοχλεί ..να θεωρείται αλαζονική)
Θα προτιμούσα λιγότερη φασαρία ..λιγότερες φωνές 
κρατώ αυτό που ένιωσα..
την ένταση
τους δαίμονες των παθών 
το χάος που επιφέρουν
εκπληκτικοί ηθοποιοί 
άριστες ερμηνείες 
για ανοιχτά μυαλά 

"Κι όταν πάψω να σ' αγαπώ, το χάος θα ξαναγυρίσει"
 Οθέλλος 


καλή απόλαυση 
Ιω


Σημ.: Φωτ. από το διαδίκτυο 

Σάββατο, 12 Οκτωβρίου 2019

Το όπλο - Σέρκο Μπέκες







Το όπλο 


 Για να δώσουν ευτυχία στο βουνό 

Τα δέντρα παρακάλεσαν τον άνεμο 

Να κάνει μουσική μαζί τους σα να ’ταν φλάουτα. 

Για να ελαφρύνει την πλήξη του κήπου 

Το πουλί ζήτησε απ’ το ποτάμι

 Να βάλει τα κύματά του να χορέψουν.

 Και για να ζήσει η ποίηση ελεύθερη 

Η γη ζήτησε απ’ τ’ αντάρτικα τουφέκια 

Να πυρπολήσουν τη σκοτεινιά της νύχτας

 Και να πεθάνουν στην αγκαλιά του ήλιου. 


Σέρκο Μπέκες (1940-2013)

 Σύγχρονοι Κούρδοι Ποιητές 
Τζεμίλ Τουράν - εκδόσεις Ηρόδοτος.





«Τους σύγχρονους Κούρδους ποιητές 
δεν  μπορεί να τους διεκδικήσει κανείς 
παρά μόνο η πατρίδα τους». 
Τζεμίλ Τουράν




"Το αύριο είναι μια άλλη μέρα» . 
Η ίδια που ήταν χτες. Η ίδια που θα ‘ναι αύριο.
 Άλλος επιμένει να γελά, άλλος να κλαίει.
 Άλλος να μιλάει. Άλλος να σιωπά."

Σάμιουελ Μπέκετ
(Από το θεατρικό έργο «Το τέλος του Παιχνιδιού», 1954-1956, μτφρ: Ελένη Βαρίκα, 
εκδ: Δωρικός, Αθήνα, 1970)


Εσύ;

Ιω



Σημ.: Φωτ. από το διαδίκτυο

Δευτέρα, 7 Οκτωβρίου 2019

Σαγιάτ Νόβα - Το χρώμα του ροδιού (Σεργκέι Παρατζάνοφ)




Σαγιάτ Νόβα
 Το χρώμα του ροδιού 

(The Color of Pomegranates, Sergei Parajanov) 

το εκτυφλωτικό αίνιγμα μιας ταινίας 
 το αριστούργημα του Παρατζάνωφ 


Tο τρέιλερ 


λοιπά ενδιαφέροντα ..




Η πίστη μου είναι δυνατή σαν το γρανίτη 

H κριτική που είχε γράψει ο Βασίλης Ραφαηλίδης για την ταινία, 
όταν είχε κυκλοφορήσει πρώτη φορά στην Ελλάδα:  
 Η πίστη μου είναι δυνατή σαν το γρανίτη. 
Είναι στίχοι του Αρμένη ποιητή Αρούθιν Σαγιαντίν (1712-1795), γνωστού με το παρα­τσούκλι 
Σάγιατ Νόβα, που σημαίνει «ο βασι­λιάς του τραγουδιού». Όπως όλοι οι μεγάλοι ποιητές,
 ο Σαγιαντίν ήταν ένας βασιλιάς χω­ρίς βασίλειο, κι όπως όλοι οι Αρμένιοι, ένας άνθρωπος ξεχασμένος πάνω στο Αραράτ απ' την εποχή του Νώε.   Ο μύθος διάλεξε την Αρμενία για να
 στε­γάσει στα οροπέδιά της αυτούς που σώθη­καν απ' το βιβλικό κατακλυσμό. Και η Ιστο­ρία, που συχνά συμμαχεί με το μύθο, δεν εν­νοεί να αφήσει το μύθο του κατακλυσμού στη μυθική του ησυχία: 
τον κάνει «ιστορική πράξη» κάθε τόσο, με ιδιαίτερη προτίμηση τη γύρω από το Αραράτ περιοχή 
της χώρας των Αρμενίων, ενός πανάρχαιου ινδοευρω- παϊκού λαού, που η Ιστορία τον γνωρίζει τουλάχιστον απ' τον 6ο π.Χ. αιώνα.
 Η Αρμε­νία ήταν και παραμένει η χώρα των βιβλι­κών καταστροφών, που δεν κατάφερε
 να φτιάξει τη δική της κιβωτό!   Μονοφυσίτες απ' τη... φύση τους, οι Αρμέ­νιοι δεν μπόρεσαν ποτέ να καταλάβουν πώς γίνεται και τα «φυσικά» πράγματα κόβονται στα δύο: στα δύο έκοψαν κάποτε
 οι πατέρες της εκκλησίας τη «φύση» του Θεού, αλλά οι Αρμένιοι δε δέχθηκαν ποτέ αυτόν τον
 τεμα­χισμό: ο Θεός δεν μπορεί να είναι ταυτόχρο­να και άνθρωπος και Θεός. 
Πρέπει να ξέρου­με να διαλέγουμε. Και η μονοφυσιτική αρμε­νική χριστιανική εκκλησία διάλεξε 
τη θεϊκή φύση του θεού, ίσως γιατί από το ύψος τού Αραράτ έβλεπε καλύτερα τι γίνεται από πά­νω προς την πλευρά του ουρανού.    Στα δύο, επίσης, έκοψαν κάποτε και τη χώρα της Αρμενίας. 
Άλλο σκάνδαλο, διόλου μεταφυσικό αυτό. Στα δύο ακόμα έκοψαν οι Τούρκοι το κορμί του Αρμένη: απ' τη μια το ενοχλητικό «ξερό» κεφάλι του που, λόγω μο­νοφυσιτικής περί ανατομίας αντίληψης,
 ή­θελε να το κρατήσει καλά στερεωμένο στους ώμους του, κι απ' την άλλη
 το «υπόλοιπο του σώματος», που ως υπόλοιπον, όπως όλα τα υπόλοιπα, χάνει το μονοφυσιτικό 
του νόημα.   Τώρα, ο «Αρμενικός Απελευθερωτι­κός Στρατός», κι αυτός μονοφυσιτικός, 
δη­λαδή ενοποιητικός, προσπαθεί να δημιουρ­γήσει μια καινούργια κιβωτό του Νώε, που κάποτε ελπίζει να την κάνει να καθίσει πά­νω στο Αραράτ. Προς το παρόν, ωστόσο, την περιφέρει από λιμάνι σε λιμάνι κι από δολο­φονία σε δολοφονία, προσπαθώντας να φτιά­ξει με τα κομμένα κεφάλια των «διφυσιτών» μια καινούργια μονοφυσιτική κιβωτό. Πώς να το κάνουμε, ο μονοφυσιτισμός, 
κι όχι μό­νο στη θεολογία, είναι η ίδια η λογική και την απαίτηση για τον «ενοποιούντα Λόγο»
 οι Αρμένιοι την κληρονόμησαν απ' τους Έλληνες, εννοείται τους αρχαίους, γιατί για τους νέους 
ο «ενοποιών Λόγος» έπαψε να λειτουργεί εδώ και αιώνες.  
   Ο κατά κόσμον Σερκίς Παρατζανιάν 
και κατά κινηματογράφον Σεργκέι Παρατζάνοφ, είναι Αρμένης την καταγωγή, που γεν­νήθηκε, σπούδασε, ζει και (τώρα) δουλεύει στη γειτονική Γεωργία. Απ' το 1969, που γύ­ρισε το Σάγιατ Νόβα (ελληνικός και ευρω­παϊκός τίτλος Το χρώμα τον ροδιού) μέχρι το 1973, δε δούλευε γιατί δεν μπορούσε, δηλα­δή δεν του το επέτρεπαν λόγω «υπερβάλλοντος αισθητισμού». Η πρώτη του ταινία, Τα άλογα της φωτιάς (1965, ελληνικός και ευρω­παϊκός τίτλος Στη σκιά των λησμονημένων προγόνων), πέρασε σχετικά άνετα τις συμπληγάδες της λογοκρισίας. Γιατί, σ' αυτό το φιλμ αφενός
 το φολκλόρ ήταν ουκρανικό και αφετέρου υπήρχε μια δράση, ένα σενά­ριο, ένα μοντάζ — δηλαδή μια αφήγηση που είναι το καταρχήν ζητούμενο για έναν κινη­ματογράφο «λαϊκό». 
Αντίθετα, το Σάγιατ Νόβα είναι ένα «προκλητικά» αντιαφηγηματικό φιλμ, 
που όμως τα αφηγηματικά του στοιχεία συνιστούν τελικά 
μια άλλου είδους «πολυαξονική» αφήγηση, χωρίς χαρακτήρες
 και χωρίς καταστάσεις που κυοφορούν χα­ρακτήρες.
 Πρόκειται εδώ για τον εσωτερικό, μουσικό, συναισθηματικό 
και ιδεολογικό ά­ξονα ενός ποιήματος
Και, βέβαια, δεν μπορεί να ζητάει κανείς από τους λογοκριτές απα­νταχού της Γης να καταλαβαίνουν από ποί­ηση. Αρκεί που καταλαβαίνουν από... σκοπι­μότητες τούτοι οι ρινόκεροι.    
  Και η σκοπιμότητα υπαγόρευσε να κλει­στεί ο Παρατζάνοφ στη φυλακή απ' το 1973 μέχρι το 1977, όχι σαν ομοφυλόφιλος, όπως λέχτηκε και γράφτηκε κατά κόρον εδώ στην «ανεκτική» δύση, 
που κόπτεται για την ε­λευθερία των ομοφυλόφιλων, κυρίως εκεί­νων που ζουν υπό σοσιαλιστικό καθεστώς, αλλά σαν κλέφτης. Πράγματι, ο Παρατζάνοφ έκλεψε μερικά κομμάτια απ' τους
 θη­σαυρούς της αρμενικής λαϊκής τέχνης, που κατακλύζουν από παντού τούτη την ταινία.  
 Κι εγώ στη θέση του θα τις έκλεβα. Πώς ν' αποφύγεις τον πειρασμό να μην ξαναστείλεις στα μουσεία, τούτα τα νεκροταφεία τού πνεύματος και της τέχνης, τουλάχιστον με­ρικά κομμάτια που όταν μπουν σε βιτρίνα, όταν ψεκαστούν με σκοροκτόνο, όταν πά­ρουν κωδικό αριθμό, όταν τεθούν στην «κοι­νή θέα» των ψαρίσιων ματιών των αργόσχο­λων, όταν η μαμά που ξεναγεί στο μουσείο λαϊκής τέχνης την κομψευόμενη κόρη της, της λέει: «Κοίτα τι ωραίο φόρεμα», όταν εν ολίγοις
 η απ' τη φύση της λειτουργική λαϊ­κή τέχνη μουμιοποιηθεί, πώς ν' αποφύγεις τον πειρασμό να «θέσεις σε κυκλοφορία» τη δουλειά του λαϊκού τεχνίτη, που, ο καημέ­νος, αν ήξερε πως 
θα βαλσαμώσουν την ψυ­χή του οι «φιλότεχνοι», θα φρόντιζε να κά­ψει όλα τα έργα του.  
 Τούτο το φιλμ, που προηγείται της κλο­πής, εξηγεί μια κλοπή: είναι τέτοια η αγάπη του Παρατζάνοφ για τη λαϊκή αρμενική τέ­χνη που θα δικαιολογούσε όχι μόνο την κλοπή αλλά και η κλοπή μετά φόνου που λέει ο λόγος. 
Μην ξεχνάμε, άλλωστε, πως ο Παρατζάνοφ είναι Αρμένης. Κι εδώ τούτος ο πα­θιασμένος Αρμένης παριστάνει τον Νώε που συμμαζεύει στην κιβωτό-ταινία του τα κα­λύτερα δείγματα μιας μεγάλης λαϊκής τέ­χνης, αυτά που πρέπει να σωθούν οπωσδή­ποτε από τον κατακλυσμό της βαρβαρότη­τας του βέβηλου βλέμματος των «επισκε­πτών» του μουσείου, που το επισκέπτονται όπως περίπου και το διπλανό δημόσιο ουρη­τήριο: για την «ανάγκη» τους για ενημέρω­ση.    Ίσως, ακόμα, ο Αρμένης Παρατζάνοφ, σο­βινιστής από αμυντική ανάγκη, όπως λίγο- πολύ όλοι οι Αρμένιοι, να βρήκε αυτόν τον προκλητικό τρόπο να πάρει μέρος στις δρα­στηριότητες του «Αρμενικού Απελευθερω­τικού Στρατού».    Ο μονοφυσίτης Παρατζάνοφ φαίνεται πως τα κάνει και τα δυο. Πρέπει να του συγχωρήσουμε αυτή τη ματαιοδοξία, στην υπηρεσία της οποίας έχει βάλει όλα τα μέλη και όλες τις όψεις του σώ­ματός του, πάλι σαν καλός μονοφυσίτης. Ο Παρατζάνοφ είναι στ' αλήθεια καλλιτέχνης, και οι αληθινοί καλλιτέχνες είναι απ' τη φύ­ση τους μονοφυσίτες, δηλαδή ολοποιητικοί και ολοποιούντες τον κερματισμένο κόσμο μας. Άλλωστε, τον συγχώρεσαν και οι Σοβιε­τικοί
 που τον είχαν κλείσει φυλακή.  
 Σήμερα, ο «Παρατζάνοφ ο Ιδιόρρυθμος» δουλεύει και πάλι με τον ιδιόρρυθμο τρόπο του στην ιδιόρρυθμη χώρα του, που την α­γαπάει τόσο, ώστε να μη στέλνει από κει ού­τε καν μια φωτογραφία του στο «εξωτερι­κό». Η φάτσα του παραμένει τόσο άγνωστη σ' εμάς όσο και τα κίνητρα αυτής της παρά­δοξης και προκλητικής συμπεριφοράς του.  
 Το Σάγιατ Νόβα, λοιπόν, είναι η ποιητική βιογραφία ενός ποιητή φτιαγμένη από έναν άλλον ποιητή. Ωστόσο, σημασία εδώ
 δεν έ­χουν οι δύο ποιητές ως προσωπικότητες. 
Αυτοί, απλώς είναι οι δύο υπερφορτισμένοι με ποιητικό ρεύμα πολύ υψηλής τάσεως πό­λοι, ανάμεσα στους οποίους θα τιναχτεί ένα μαγικό τόξο: η ταινία. 
Ο ένας ποιητής μετα­βιβάζει στον άλλον, μέσα απ' τους αιώνες, τα πριν από το λόγο ερεθίσματά του κι αυτός τα συλλαμβάνει με τις κεραίες του και τα κάνει χρώματα και εικόνες. Έτσι, η γραπτή ποίη­ση του Σάγιατ Νόβα γίνεται οπτική ποίηση από τον Σεργκέι Παρατζάνοφ όχι αναλογι­κά, γιατί τέτοια αναλογία δεν είναι δυνατόν να υπάρξει ανάμεσα σε δύο ριζικά διαφορετι­κούς κώδικες, αλλά προλογικά: ο Παρατζά­νοφ «πιάνει» την ποίηση του Νόβα πριν αυ­τή κρυσταλλωθεί σε λόγο. Στην πραγματι­κότητα, αυτό που «πιάνει» είναι η ποιητική διάθεση ενός ποιητή, πριν αυτή η διάθεση γίνει ποίηση. Το φιλμ, δηλαδή, δεν είναι μια εικονοποίηση ποιημάτων, πράγμα που έχει γίνει πολλές φορές. Είναι μια μαγική επί­κληση στο «πνεύμα του ποιητή», μια μαγική τελετή «σύλληψης» αυτού του πνεύματος με το φακό και μια αιχμαλωσία του πάνω στη σελιλόιντ. 
 Εγχείρημα πέρα για πέρα τρελό, που θα κατέληγε σίγουρα σε εντυπωσιακό φιάσκο, αν ο Παρατζάνοφ αφηνόταν σε μια εκλογί­κευση, σ' ένα στοχασμό πάνω στην ποίηση ενός ποιητή ή πάνω στη ζωή του που κυοφό­ρησε αυτή τη συγκεκριμένη ποίηση, που, σημειωτέον, δεν τη γνωρίζουμε. Αυτοεγκαταλείπεται, λοιπόν, στα συναισθήματα που του δημιούργησε η βαθιά ερωτική του σχέ­ση
 με την ποίηση του Νόβα και τα μεταπλάθει σε εικόνα, χωρίς καμιά φιλολογική δέ­σμευση. 
Έτσι, εμείς, οι θεατές που δε γνωρί­ζουμε ούτε τόν ποιητή ούτε την αρμένικη γλώσσα, γνωρίζουμε τελικά την ποίησή του, αυτή που πριν προλάβει να γίνει λόγος γίνε­ται εικόνα. 

   Η ποίηση, λοιπόν, είναι μία και δεν έχει καμιά σημασία 
αν εκφράζεται με τον έναν ή με τον άλλο κώδικα:
 η ποίηση παραμένει ποίηση, είτε γραπτή είτε μουσική 
είτε εικα­στική είτε κινηματογραφική είναι. 
Η ποίη­ση είναι μια συναισθηματική, ψυχική και νοητική κατάσταση, δεν είναι «πράγμα» α­ναγνωρίσιμο από την ειδική υλική του υπό­σταση. 
Είτε είσαι ποιητής στα πάντα είτε δεν είσαι πουθενά. 
Αν διάλεξες για την ποιητική σου έκφραση τον Α κι όχι τον
 Β κώδικα, ας πούμε το γραπτό λόγο κι όχι την κινούμενη εικόνα, αυτό είναι πρόβλημα ιδιοσυγκρα­σίας και ταμπεραμέντου, καθώς και μιας ει­δικής έφεσης για τον έναν κι όχι για τον άλ­λο κώδικα, έφεσης που τη λέμε «ειδικό ταλέ­ντο».
 Όταν πράγματι είσαι ποιητής, θα βρεις τη γλώσσα σου, που μπορεί, τελικά, να είναι η ίδια σου η συμπεριφορά, που δεν
 κα­ταλήγει σε καμία από τις γνωστές μορφές τέχνης. 
  Ο Νίτσε αυτή την κατάσταση την ονομά­ζει 
«ζην ποιητικώς» 
και την προτείνει σαν το ιδανικό για τον ιδανικό κόσμο του 
μέλλο­ντος, όπου ηθική θα έχει αντικατασταθεί ολι­κά 
από την αισθητική κι όπου οι άνθρωποι θα είναι καλοί όχι 
απ' τον τρόμο της κόλα­σης, αλλά για να μην ασχημαίνουν 
με την κακότητά τους έναν κόσμο που είναι φυσικά όμορφος και κοινωνικά δύσμορφος.
 Η ποίη­ση είναι μια μορφή διαμαρτυρίας ενάντια στις κοινωνικές δυσπλασίες, 
για τις οποίες οι μόνοι που δεν ευθύνονται 
είναι οι ποιητές.   
Τούτη η επικοινωνία του ποιητή Παρα­τζάνοφ με τον ποιητή Νόβα (να μη γίνει κα­μιά σύγχυση με το δικό μας Νόβα, που ο Κώστας Σταματίου τον βάφτισε «γαργάλατα» και το παρατσούκλι του 'μείνε), γίνεται με τη διαμεσολάβηση της λαϊκής τέχνης: εί­ναι η «απρόσωπη» διαχρονική τέχνη, αυτή που δε φτιάχνεται με κανενός είδους αισθη­τική υστεροβουλία, και προπαντός όχι για να μπει στα μουσεία, που είναι το κύριο μέλημα των «έντεχνων» ζωγράφων. 
Είναι η τέχνη που «βγαίνει» απλά και φυσιολογικά, 
όπως η αναπνοή, 
και μένει κι ύστερα από την τελευταία πνοή του λαϊκού 
δημιουρ­γού, όχι για να τον θυμούνται ή να τον θαυμάζουν
 ή να τον τιμούν οι «επιγενόμενοι», αλλά για να ενταχθεί στο «κοινωνικά κόρπους» και να αποτελέσει αδιάσπαστο μέρος του 
για το καλά και το συμφέρον της κοινω­νίας και όχι του υστερόβουλου «έντεχνου» δημιουργού.  
 Το «πνεύμα» του Νόβα βρίσκεται, λοιπόν, μέσα στη λαϊκή τέχνη. Όπως και το «πνεύ­μα» του Παρατζάνοφ. Ο ομφάλιος λώρος ανάμεσά τους είναι κεντημένος από τις κε­ντήστρες, τις υφάντρες και τους χαλκωμα­τάδες αιώνων. Τίποτα πιο απλό, λοιπόν, απ' το να μπορούν να επικοινωνούν δύο ποιητές τόσο απομακρυσμένοι στο χρόνο. Και δεν υ­πάρχει ίχνος μεταφυσικής σε τούτη την 
επι­κοινωνία.     Το φιλμ δεν έχει να αφηγηθεί καμιά ιστο­ρία, ούτε καν την προσωπική ιστορία τού Σάγιατ Νόβα. Διότι η Ιστορία και της Αρμε­νίας και του Νόβα έχει ήδη γραφεί πάνω στη λαϊκή τέχνη. Που αρκεί να την κινηματογραφήσει κάποιος ως ποιητής, για να δει κι ο θεατής πως το «χρώμα του ροδιού», που λε­ρώνει ένα άσπρο σεντόνι, δεν είναι παρά το αίμα ενός λαού, του λαού της Αρμενίας, που λερώνει την «άσπιλη» συνείδηση των σφα­γέων του. 
Εδώ η ποίηση προσπαθεί να ξανα­γράψει την Ιστορία με ποιητική δικαιοσύνη, που είναι η μόνη δυνατή δικαιοσύνη. 
Ο λαός της Αρμενίας ήταν και παραμένει ένας λαός ποιητών

«Μη νομίζεις ότι μπορείς εύκολα να με νικήσεις». 
Είναι η περήφανη θριαμβι­κή κραυγή του ποιητή που στομώνει τα μα­χαίρια των σφαγέων του λαού του.   Η Αρμενία είναι ένας σωρός βράχων. Στον ψηλότερο, το Αραράτ, πήγε και κάθισε η μυ­θική Κιβωτός του Νώε. Μετά το βιβλικό κα­τακλυσμό, η ζωή φύτρωσε ξανά εκεί. 
  Κανένας μύθος δεν είναι εντελώς μυθικός, όπως μας διδάσκει ο Λεβί-Στρος. Κι αυτό ση­μαίνει πως η άγονη Αρμενία μπορεί να μην παράγει τίποτα, παράγει όμως πνεύμα αν­θρώπινο. 
Κι όπου υπάρχει πνεύμα (ανθρώ­πινο) υπάρχει και ζωή. 
Μετά τον καινούργιο κατακλυσμό που μας ετοιμάζουν, η και­νούργια κιβωτός του Παρατζάνοφ,
 και των ποιητών απανταχού της οικουμένης ίσως α­ράξει και πάλι στο Αραράτ.
 Εκεί η ποίηση εί­ναι ριζωμένη στα βράχια. Άλλωστε, εκεί κο­ντά, σ' έναν τέτοιο βράχο, 
ο Προμηθέας αντιστάθηκε στους θεούς. 






καλή απόλαυση 

Ιω


Σημ.: Φωτ. από το διαδίκτυο (www.lifo.gr)

Κυριακή, 6 Οκτωβρίου 2019

Πριν χτυπήσω - Ντίλαν Τόμας





 Πριν χτυπήσω
(απόσπασμα)


[...]
"Άνεμος μέσα μου ορθωμένος, η χθόνια δροσιάֹ
Οι φλέβες μου ξεχύθηκαν με τους αγέριδες της ανατολήςֹ
Ανεπίτευκτος ήξερα τη νύχτα και τη μέρα.
Έτσι ανεπίτευκτος ακόμη και υπέφεραֹ
Ο τροχός των ονείρων τα κρινένια κόκκαλά μου
Έστριψε σ’ ένα ζωντανό μηδενικό.
Και σάρκα ψαλιδίστηκε να διασχίσει τις γραμμές
Κρεμάλες στο συκώτι
Και βάτα τα κουλουριασμένα συλλογικά.

Το λαρύγγι μου ήξερε τη δίψα πριν τη δομή
Του δέρματος και των φλεβών γύρω στην πηγή
Που λέξεις και νερό κάνουν ένα μίγμα
Ασφαλές ώσπου το αίμα να τρέξει γεμάτοֹ

Η καρδιά μου ήξερε την αγάπη, η κοιλιά μου την πείναֹ
Μύρισα το σκουλήκι στην κένωσή του.
Κι ο χρόνος έχυσε τη θνητή μου πλάση
Να συμπαρασυρθώ ή να πνιγώ στις θάλασσες
Φιλιωμένος πια με την αρμυρή περιπέτεια
Φουσκονεριών που δεν άγγιξαν ποτέ τις ακτές.
Εγώ που ήμουν πλούσιος φτιάχτηκα ο πλουσιότερος
Ρουφώντας το κρασί των ημερών.
Εγώ γεννημένος από σάρκα και φάσμα δεν ήμουν
Μήτε φάσμα, μήτε άνθρωπος, μα φάντασμα θνητό."
[...]


ΝΤΙΛΑΝ ΤΟΜΑΣ
 ΠΟΙΗΜΑΤΑ (ΔΙΓΛΩΣΣΗ ΕΚΔΟΣΗ)
ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ(2008)
(Μετάφραση Αρχιμανδρίτου Μαρία)






Στράτα ήμερη..
φιλιωμένη
Όλα περνούν.. Κι αν δεν περνούν.. 
Περνούμε εμείς..


Ιω


Σημ.: Φωτ. από το διαδίκτυο




Παρασκευή, 4 Οκτωβρίου 2019

Ουρανός - Μάρκος Μέσκος






Ουρανός


Με τα κλαδιά του δέντρου κάνω σχέδια στον ουρανό
ζωγραφίζω ένα λυπημένο Θεό, την
οπλή του αλόγου που δε φαίνεται −
φταίνε τα σύννεφα που τα κουβάλησε ο τρελός βοριάς
μα πώς αλλιώς θα ζωγράφιζα
ένα καράβι με τα τέσσερα χαμόγελα του κόσμου;

Κάνω σχέδια με τα χέρια του ανέμου
σχέδια παράξενα, μάτια και πρόσωπα αγαπημένα,
σχέδια παράξενα, νεκροί που πίστεψα
αίμα και κόκαλα και χαρά και δρόμοι,
σχέδια ίσως τρελά: μια πηγή γαλάζιο,
μια πηγή γαλάζιο νερό για τη δίψα της προσευχής μου
κι έναν άγγελο να μου δίνει το χέρι
ν’ ανέβω ψηλά...

(Μάνα, δεν έπρεπε να βάψεις γαλάζια τα μάτια μου
δεν έπρεπε, μάνα, να με ποτίσεις
τόσο βουρκωμένο ουρανό...)


Από τη συλλογή «Πριν από τον θάνατο» (1958)
«Μάρκος Μέσκος - Ποιήματα, Μαύρο δάσος Ι»,
εκδ. Γαβριηλίδης 2011


https://www.youtube.com/watch?v=fVvj5ZQmj_I



Νεφοσκεπής η πόλις σήμερα

 γκρίζες ανάσες τυλιγμένο τοπίο

το βλέμμα εάλω

πότισε Ουρανός



μερσί ξέρεις

Ιω



Σημ.: Φωτ. από το διαδίκτυο




Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2019

Η παραλία του Ντόβερ - Μάθιου Άρνολντ






Η παραλία του Ντόβερ


Γαλήνια η θάλασσα αυτό το βράδυ.
Το φεγγάρι γεμάτο, λάμπει πάνω απ’ τα στενά
Η παλίρροια ανεβαίνει· στη γαλλική ακτή το φως
Τρεμοφέγγει και σβήνει·
απόκρημνοι ορθώνονται της Αγγλίας οι βράχοι,
Απέραντοι στον ήρεμο κόλπο και φωτισμένοι αχνά.
Έλα στο παράθυρο, ο βραδινός αέρας γλυκός!
Κοίταξε εκεί, στου αφρού τη μακριά γραμμή,
Όπου το πέλαγο σμίγει με την ασημόχροη απ’ το σεληνόφως γη
Άκου! Τον τραχύ ορυμαγδό
Των βοτσάλων που τα κύματα σύρουν και πετούν με ορμή,
Ενώ επιστρέφουν, ψηλά στον γιαλό.
Αενάως σταματούν και ξαναρχίζουν,
Με τρεμάμενο αργό ρυθμό σκορπίζουν
Της λύπης την αιώνια μουσική.

Ο Σοφοκλής, αιώνες πριν,
Άκουσε στο Αιγαίο αυτή τη μουσική
Και του ήρθε στον νου η άμπωτη και η πλημμυρίδα η θολή
Της δυστυχίας του γένους των ανθρώπων·
Αλλά κι εμείς μια ιδέα τέτοια αποκτούμε
Από τη θάλασσα αυτών των βόρειων τόπων
Τους ήχους της όταν ακούμε.

Η Θάλασσα της Πίστης ήταν κι αυτή
Κάποτε ισχυρή, αγκάλιαζε ακτές της γης
Σαν τις πτυχές γιρλάντας λαμπερής.
Όμως τώρα ακούω μόνο το μελαγχολικό
Που αποτραβιέται, μακρύ βουητό,
Ενώ υποχωρεί, στου βραδινού ανέμου την πνοή
πέρα σε αχανείς άκρες ζοφερές
Και στης ακτής τις πέτρες τις γυμνές.

Ω, αγάπη μου, ας είμαστε αληθινοί
Ο ένας απέναντι στον άλλον! Γιατί ο κόσμος που φαντάζει
Ν’ απλώνεται μπροστά μας σαν γη ονειρική,
Ποικιλμένος, όμορφος και τόσο καινούριος που μοιάζει,
Δεν έχει χαρά, ούτε αγάπη, ούτε φως στ’ αλήθεια,
Δεν έχει βεβαιότητα, ούτε ειρήνη, ούτε στον πόνο βοήθεια.
Και είμαστ’ εδώ, σαν σε πεδιάδα σκοτεινή
Που τη σαρώνουν συνθήματα ασαφή για αγώνα ή για φυγή,
Κι όπου συγκρούονται μέσα στη νύχτα και στην άγνοια, τόσοι στρατοί.

Μάθιου Άρνολντ

Μετάφραση: Κώστας Ζωτόπουλος

(Το Dover Beach  είναι το διασημότερο ποίημά του.
Πρωτοδημοσιεύτηκε το 1867 στη συλλογή New Poems)

πηγή:https://neoplanodion.gr/2019/05/17/%CE%BC%CE%AC%CE%B8%CE%B9%CE%BF%CF%85-%CE%AC%CF%81%CE%BD%CE%BF%CE%BB%CE%BD%CF%84-%CE%B7-%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BD%CF%84%CF%8C%CE%B2%CE%B5%CF%81/

.......



Πλάι στη θάλασσα


Πλάι στη θάλασσα

 σε συναντώ -όρθιος της μιλάς -


στις μύτες ακροπατώ

αόρατη γίνομαι


 το κεφάλι μου στην πλάτη σου

το σώμα σου ηχείο


μιλάς για τη θάλασσα.. την πέτρα..

το φευγιό


είσαι εκεί

τα μάτια σου έχουν φύγει



Ιω


https://youtu.be/sZCJooJ98wo



Σημ.: Φωτ. από το διαδίκτυο