τα είδωλα αντικριστά..
μα σιωπηλά..ακίνητα..
λες κι ο χρόνος σαν περνά..
αλάτι στάζει..
γίνονται στήλες τα κορμιά..
στου χρόνου τον κήπο..
περιδιαβαίνουν ανάμεσα οι θύμισες..
ξέχειλο του χρόνου τ'αλάτι..
μουσκεύει το βλέμμα..
στάζει κι αυτό σιωπές..
και ματιές..κλεμμένες..
δεμένες σκιές θαρρείς..
καταμεσής..
ο ένας..στου άλλου το κατάρτι..
ψιθυρίζει..προσευχές..
ανείπωτες.. άλεκτες..
συνάμα διαλεχτές..
σαν τ'αλάτι.. που μαζεύουν
κουταλάκι..κουταλάκι..
χέρια αληθινά..
σε βράχια φρουρούς..
που δακρύζουν θάλασσα..
να τιμάς
να εκτιμάς..
να "στάζεις αλάτι.."
Ιω

